ΘΡΑΚΙΩΤΕΣ - ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ

ΘΡΑΚΙΩΤΕΣ

Οι Θράκες ήταν ένα τεράστιο Ινδοευρωπαικό (Παλαιοβαλκανικό) φύλο, που κατοικούσε μεγάλη έκταση στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Συνόρευαν με τους Σκύθες στο βορρά, τους Κέλτες και τους Ιλλυριούς στη δύση, τους Έλληνες στο νότο και τη Μαύρη Θάλασσαστην ανατολή. Μιλούσαν τη Θρακική γλώσσα - ελάχιστα θεωρούμενη κλάδο της Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Η μελέτη των Θρακών και του Θρακικού πολιτισμού είναι γνωστή ως Θρακολογία.
Οι Θράκες αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα του Ομήρου, ως σύμμαχοι των Τρώων κατά των Τρωικό Πόλεμο. Oι ονομασίες «Θράκες» και «Θράκη» είναι εξώνυμα καθώς δημιουργήθηκαν από τους Έλληνες.
Στην Ελληνική μυθολογία ο Θραξ θεωρείτο ένας από τους περιφημότερους γιους του θεού Άρη. Στην Άλκηστι ο Ευριπίδης αναφέρει ότι ένα από τα ονόματα του ίδιου του Άρη ήταν Θραξ, καθώς θεωρείτο προστάτης της Θράκης ( η χρυσή ή επιχρυσωμένη ασπίδα του φυλασσόταν στο ναό του στη Βιστονία της Θράκης).
H καταγωγή των Θρακών παραμένει ασαφής, λόγω απουσίας γραπτών ιστορικών πηγών. Στοιχεία για τους πρωτοθράκες στην προϊστορική περίοδο στηρίζονται σε αντικείμενα υλικού πολιτισμού. O Λέο Κλέιν ταυτοποιεί τους πρωτοθράκες με ένα πολιτισμό της Μέσης Εποχής του Ορείχαλκου (22ος έως 18ος αιώνας π.Χ.), που απωθήθηκε από την Ουκρανία από τον προελαύνοντα πολιτισμό Σρούμπνα της Ύστερης Εποχής του Ορείχαλκου (18ος - 12ος αιώνες π.Χ.). Θεωρείται γενικά ότι ένας λαός πρωτοθρακών προήλθε από την ανάμειξη ιθαγενών λαών και Ινδοευρωπαίων από την εποχή της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής επέκτασης την Πρώιμη Εποχή του Ορείχαλκου (1500 π.Χ.). Πρόκειται για πρωτοθράκες, από τους οποίους, κατά την Εποχή του Σιδήρου (περίπου 1000 π.Χ.), προέκυψαν οι Δάκες και οι Θράκες.
Διαιρεμένοι σε ξεχωριστές φυλές οι Θράκες δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν πολιτική οργάνωση με διάρκεια μέχρι που ιδρύθηκε το κράτος των Οδρυσών τον 5ο αιώνα π.Χ. Στις ορεινές περιοχές ζούσαν πολεμικές και άγριες Θρακικές φυλές, όπως και οι Ιλλυριοί, ενώ οι λαοί στις πεδιάδες θεωρούντο πιο ειρηνικοί. Οι Θράκες κατοίκησαν τμήματα των αρχαίων επαρχιών : ΘράκηΜοισίαΜακεδονίαΔακία, Μικρά Σκυθία, ΣαρματίαΒιθυνίαΜυσίαΠαννονία και άλλες περιοχές στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία.

Η θρησκεία των Θρακών επικεντρώνεται γύρω από τη ζωή, το θάνατο και τη γονιμότητα. Οι Θράκες, εκτός των άλλων θεών των Ελλήνων, λάτρευαν περισσότερο τον Διόνυσο, στον οποίο πρόσφεραν θυσίες και έκαναν πολυήμερες γιορτές, ενώ αρκετοί αρχαίοι ιστορικοί αναφέρονται και στα Διονύσια μυστήρια. Σημαντικότερα από αυτά τα μυστήρια ήταν τα Καβείρια, τα οποία τελούσαν οι Κάβειροι, λαός που ζούσε στη σημερινή Ροδόπη και στη νήσο Σαμοθράκη. Πολλά φαλλικά σύμβολα βρέθηκαν κατά τις σύγχρονες ανασκαφές, τα οποία μαρτυρούν τη λατρεία αυτών των συμβόλων, η οποία προερχόταν από τη θρησκευτική λατρεία για τη γονιμότητα. Επίσης ο μυθικός ποιητής Ορφέας, αλλά και θεός της ποίησης των αρχαίων Ελλήνων, λατρευόταν και αυτός από τους αρχαίους λαούς της Θράκης.
Ο πολιτισμός των αρχαίων Θρακών, όπως περιγράφεται από πολλούς ιστορικούς αλλά και από τα ευρήματα των ανασκαφών, αναφέρεται σε ένα λαό με πολλές φυλές, όπως αναφέρεται και στην παραπάνω ενότητα για τη μυθολογική Θράκη. Συγκεκριμένα ο Ηρόδοτος (Βιβλίο 5) τους αποκαλεί το δεύτερο πολυπληθέστερο λαό (μετά τους Ινδούς) στον τότε γνωστό κόσμο γι΄αυτόν και ο πιο ισχυρός από όλους, αν υπολογίσουμε όλες τις φυλές ενωμένες.
Κατά την κλασική περίοδο, οι Θράκες ήταν διαιρεμένοι σε πολυάριθμες φυλές. Ισχυρά βασίλεια παρέμειναν αυτά των Οδρυσών και της Δακίας. Αυτή την περίοδο (5ος - 4ος αιώνας π.Χ.), οι Θράκες ήταν περιζήτητοι από τις ελληνικές πόλεις-κράτη ως μισθοφόροι πελταστές. Οι πελταστές ήταν εξοπλισμένοι με την πέλτη, δηλ. μικρή ασπίδα η οποία είχε μία εσοχή σαν μισοφέγγαρο, και τρία ακόντια, τα οποία κρατούσαν το ένα στο ένα χέρι και τα άλλα δύο στο άλλο χέρι μαζί με την ασπίδα.
Στο κείμενο του έργου "Αχαρνής" του Αριστοφάνη αναφέρεται ότι οι απεσταλμένοι του βασιλιά Θράκης Σιτάλκη στην Αθήνα ήταν Ιουδαίοι.[5]
Λόγω του ότι οι Θράκες ήταν επιδέξιοι και άφοβοι πολεμιστές, έγιναν επιθυμητοί και σεβαστοί μονομάχοι. Αυτός ο τύπος μονομάχου ονομαζόταν και Θραξ. Ο γνωστός μονομάχος και αρχηγός των σκλάβων Σπάρτακος καταγόταν από τη Θράκη.




Θράκας πελταστής του 5-4 αιώνα π.Χ.
Ήθη και Έθιμα των Θρακιωτών

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
Οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο του κ. Δημήτρη Βραχιόλογλου, ερευνητή της λαϊκής μας παράδοσης, "Μορφές λαϊκού πολιτισμού στη Θράκη και στον Έβρο". Για τη συνέντευξη του κ. Βραχιόλογλου για τα Χριστουγεννιάτικα Έθιμα πατήστε εδώ! Σας ευχαριστούμε κ. Βραχιόλογλου!
Σφάξιμο γουρουνιών
Την Παραμονή των Χριστουγέννων σφάζονταν τα γουρούνια που η οικογένεια εξέθρεφε όλη τη χρονιά. Το σφάξιμο των γουρουνιών ήταν παλιό έθιμο, κατάλοιπο ειδωλολατρικής λατρείας (οι Ρωμαίοι στα Σατουρνάλια- 17 έως 25 Δεκεμβρίου- θυσίαζαν χοίρους στον Κρόνο και τη Δήμητρα για την καλή σοδειά. Μάλιστα θεωρούνταν “γούρι” για τη νέα χρονιά η κόκκινη βούλα από αίμα στο μέτωπο (τσιακάτι) των μικρών παιδιών.
Τα 9 φαγητά
Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε σπίτι έπρεπε να έχει 9 φαγητά, για να έχει το τραπέζι πολλά φαγητά σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς. Υπάρχει επίσης και η ερμηνεία ότι τα 9 φαγιά συμβολίζουν τα μέρη που επισκέφθηκαν ο Χριστός, η Παναγία και ο Ιωσήφ κατά το διωγμό του Ηρώδη. Στο τραπέζι αφήνουν λίγο από όλα τα φαγητά για τις “ψυχές” και τα βάζουν κάτω από τα εικονίσματα, για να τα ευλογήσει ο Χριστός.
Κατά μία εκδοχή τα 9 φαγητά ήταν η πίτα (για να γίνουν τα στάρια λαμπερά), το μέλι (για να κουβαλούν τα μέλη της οικογένειας πάρα πολλά πράγματα σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, όπως οι μέλισσες), το κρασί (για να “απλώσει” η οικογένεια σαν κληματαριά), το σαραγλί (για να φερόμαστε πάντα “γλυκά” στους φίλους), το καρπούζι (για να' ναι γλυκιά σαν καρπούζι η παραγωγή), το πεπόνι (για να μιλούν οι συγχωριανοί με γλυκά λόγια για την οικογένεια), τομήλο (για να έχουν τα μέλη της οικογένειας κόκκινα μάγουλα), το σκόρδο (για να προστατεύονται από τα τσιμπήματα των εντόμων), το κρεμμύδι (για να έχουν οι λεχώνες πολύ γάλα).
Άλλη εκδοχή: λαδερά και συνήθως ξερή τροφή (χαλβάς, ελιές, άζυμη πίττα, λάχανο, πιπεριές, μελιτζάνες, ντομάτες, τουρσί και αλατοπίπερο). Σε πολλά χωριά, ο νοικοκύρης ασήμωνε το τραπέζι βάζοντας ένα ποσό κάτω από τη μεσάλα (τραπεζομάντιλο). Τα χρήματα τα έπαιρνε όποιος ξέστρωνε το τραπέζι (συνήθως τα παιδιά).










«Έφτυσα στο στόμα του παιδιού μου για να το ξεδιψάσω». Συγκλονιστικές μαρτυρίες από Μικρασιάτες πρόσφυγες για τον ξεριζωμό και τον ρατσισμό ...

Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα ξεχάσω ποτέ τη φράση ενός πατέρα-πρόσφυγα σε κάποιο νησί του Β. Αιγαίου, λίγο μετά την άφιξή τους εκεί, το ’22, κυνηγημένοι, καταταλαιπωρημένοι, με τον θάνατο στα μάτια, να ζητάει από τους ντόπιους λίγο νερό για το παιδί του και κανείς να μη του δίνει, έγραψε η καλή μας φίλη από τη Θεσσαλονίκη και μας παρότρυνε να διαβάσουμε τη νέα ιστοσελίδα με ιστορίες προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Εκεί βρήκαμε την συγκλονιστική μαρτυρία της 92χρονης γιαγιάς Κατίνας από τη Μικρά Ασία που αφηγήθηκε τη συγκλονιστική της ιστορία στα δισέγγονα της, λίγες μέρες προτού φύγει από τη ζωή....



 Η πρώτη προσφυγιά: από το Θηβάσιο στην Προύσα “Γεννήθηκα το 1918. Φύγαμε το 1921, ξημέρωμα του νέου έτους. Ήμουν τριών χρονών. Φύγαμε κρυφά, δύο η ώρα τα ξημερώματα, μ’ένα πουλαράκι, που είχε αγοράσει ο θείος. Το πουλάρι το μικρό τι μπορεί να φορτωθεί; Δεν υπήρχαν ζώα γιατί τα είχε επιτάξει ο στρατός. Φορτώσαμε λοιπόν ορισμένα ρούχα και ξεκινήσαμε με τα πόδια να πάμε στην Προύσα. Δεν ξέρω πόσα χιλιόμετρα απέχει η πατρίδα μας, το Θηβάσιο. Θηβάσιο λέγεται στα ελληνικά, Σογιούντ στα τούρκικα που σημαίνει «ιτιά», γιατί είχε πολλά νερά και πολλές ιτιές. Τη νύχτα την περάσαμε σ’ένα άλλο χωριό, ήταν κι ο ελληνικός στρατός εκεί. Το πρωί ο στρατός μαγείρεψε πιλάφι και μοίρασε και στον κόσμο. Δεν ήμασταν μόνο εμείς που φύγαμε, ήταν κι άλλοι. Φοβήθηκε ο κόσμος, κι όποιος είχε τη δυνατότητα να φύγει, έφευγε. Βάζει η μητέρα στο στόμα το φαΐ και λέει «αδερφή, γίναμε πρόσφυγες!». Το φαΐ ήταν μαγειρεμένο με ελαιόλαδο. Αυτές μαγειρεύανε με βούτυρο, το ελαιόλαδο το είχαν μόνο για σαλάτα! «Ποπό αδερφή μου γίναμε πρόσφυγες από τώρα!» Την άλλη μέρα φτάσαμε στην Προύσα. Πήγαμε και μείναμε σ’ ένα τζαμί, μαζί με άλλους πατριώτες μας. Πού να πηγαίναμε! Μετά από κάμποσες μέρες βρήκαμε σπίτι. Σιγά-σιγά η μητέρα μου και η θεία μου ‘καναν νοικοκυριό εκεί. Αγοράσανε ξανά ρουχισμό, στρώματα, παπλώματα, ό,τι χρειαζόντουσαν. ...

“Κάποια φορά, η μητέρα με το Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι; Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα;” ...



Η δεύτερη προσφυγιά: από την Προύσα στην Ελλάδα Από την Προύσα φύγαμε το Σεπτέμβριο του ’22, όταν κατέρρευσε το μέτωπο. Ένας γνωστός μας στρατιωτικός ειδοποίησε να τα μαζέψουμε και να κατεβούμε στην παραλία για να μας φυγαδέψει. Ήρθαν τα καράβια, τα γαλλικά, τα εγγλέζικα. Γέμισε η παραλία με κόσμο. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος έπεσε στην πλατφόρμα και περνούσαν από πάνω της! Το βγάλανε το παιδί, αυτή όμως πέθανε. Με είχε εμένα η μητέρα στην αγκαλιά και καθόταν στην πλατφόρμα άκρη-άκρη εκεί στη θάλασσα, κι έλεγε αν έρθουν να μας σφάξουν, να πέσει με το παιδί της στη θάλασσα. Ο δε αδερφούλης μου, ο Ζαχαρίας, άφαντος! Πού να πάει η μητέρα μέσα στον πανζουρλισμό να ψάχνει το παιδί! Κάποια στιγμή ήρθε και τη βρήκε.«Βρε, που ήσουνα;» «Πήγα να κολυμπήσω!». Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα! Το βάζει το μυαλό σου; Την άλλη μέρα, πλησίασε ένα ελληνικό καράβι. Μπήκαμε μέσα, βρήκαμε μια θέση να καθήσουμε. Μια οικογένεια έστρωσε να φάνε. Λένε στη θεία Ελένη: εσύ έχεις ένα παγούρι νερό, δώσε μας να πιούμε και να πάμε να σας φέρουμε . Απ’ το καράβι, όμως, πού να φέρεις νερό; Το’ δωσε η θεία και μείναμε χωρίς νερό. Η μάνα μου έπαθε αφυδάτωση. Ο ξάδερφός μου, ο Σωτήρης, με το Ζαχαρία να πηγαίνουν στις μηχανές και να βάζουν κυπελλάκια να μαζέψουν τα υγρά που πέφτανε, να της φέρουν να πιεί. Βγήκαμε στη Ραιδεστό με το καράβι, κατεβήκαμε και ξανά πάλι στο τρένο για την Αδριανούπολη. Ο κόσμος εκεί είχε ξεσηκωθεί να υποδεχτεί τους πρόσφυγες, αλλά έγινε φασαρία με τους Τούρκους, κι αναγκαστήκαμε να μπούμε πάλι στα τρένα. Δεν χωρούσανε όλοι κι ανεβήκανε ακόμα και πάνω στις σκεπές. Κι έτσι ήρθαμε στην Ελλάδα… Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα που μένανε παλιά οι Άγγλοι στρατιώτες στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Εκεί πάλι, είχαν αφήσει πολεμοφόδια. Κάθε μέρα γίνονταν εκρήξεις. Πεθαίνανε παιδιά που πειράζανε ό,τι βρίσκανε. Έσκαγαν οι οβίδες και είχαμε θανάτους πολλούς. Κάποια φορά, η μητέρα με τον Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι;...


Η εγκατάσταση στην Ελλάδα: τα πρώτα χρόνια και ο ρατσισμός Κι έτσι πήγαμε στα Σέρρας – μας είχαν πει ότι εκεί είχε άδεια σπίτια – και στην αρχή μείναμε σ’ ένα αρχοντικό. Του «Αλή πασά», έτσι το λέγανε. Στη σάλα καθόταν μια οικογένεια, στα δωμάτια μια άλλη… Στη συνέχεια χτίσαμε σπίτι, αλλά ούτε παράθυρα ούτε κουφώματα είχε γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Το μισό δωμάτιο δεν είχε πάτωμα. Φέρνανε ξυλεία αλλά πού να φτάσει για όλον αυτό τον κόσμο που ήθελε να χτίσει! Αλλά κι αφού ήρθαμε στα Σέρρας, οι ντόπιοι δε μας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη για το τσάι και δεν του δίναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να, ο ρατσισμός πώς ήταν! Εγώ μέχρι που τέλειωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό κι ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόμικς, ούτε γραμματική είχα, τα μαθηματικά μας τα ‘λεγαν προφορικά και τα σημειώναμε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε και μουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν μπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαμε στην πατρίδα!”....

 Όπως γράφει η συγγενής της γιαγιάς Κατίνας από τη Μικρά Ασία: “Η παραπάνω ιστορία είναι απομαγνητοφώνηση αποσπασμάτων της διήγησης της Κατίνας Εμφιετζή-Μητσάκου ή αλλιώς της «θείας Κατίνας», όπως τη φωνάζαμε όλοι. Στην πραγματικότητα, η θεία Κατίνα δεν ήταν «θεία» αλλά «προγιαγιά», γιατί ήταν πρώτη εξαδέρφη του προπάππου μου Σωτήρη Τσεσμετζή. Η θεία Κατίνα έφυγε από τη Μικρά Ασία σε ηλικία τριών ετών μαζί με τη μητέρα της Αναστασία, το αδερφό της Ζαχαρία και την οικογένεια των θείων της Χρήστου και Ελένης Τσεσμετζή, γονιών του προπάππου μου. Ο πατέρας της, Ιορδάνης Εμφιετζής, εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό, επειδή ως τούρκος υπήκοος κλήθηκε να υπηρετήσει σ’ αυτόν, λιποτάκτησε και τον συλλάβανε. Συνεπώς, όλα αυτά που διηγείται είναι ό,τι άκουγε από τις αφηγήσεις της μητέρας της. Η αφήγηση μαγνητοφωνήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2010. Στις 13 Ιανουαρίου, λίγες μέρες μετά, η θεία Κατίνα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, μετά από ατύχημα και τραυματισμό στο κεφάλι. Μέχρι τα τελευταία της είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος”....

Μικρασιατική καταστροφή

Με τον όρο Μικρασιατική καταστροφή[1] περιγράφεται περισσότερο η τελευταία φάση της Μικρασιατικής εκστρατείας, δηλαδή το τέλος του "ελληνοτουρκικού πολέμου του 1918-22", η φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών, (αμέσως μετά την ανακωχή του Μούδρου), όπως και η σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου και η γενικευμένη πλέον εκδίωξη μεγάλου μέρους τους ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία, που είχε όμως ξεκινήσει πολύ νωρίτερα (δείτε σχετικά Συνθήκη του 1914, που είχε συνομολογήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος) και που είχε διακοπεί με την "ανακωχή του Μούδρου".
Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, μετά τη Καταστροφή της Σμύρνης και τηςΑνακωχής των Μουδανιών, που συνομολογήθηκε στην ομώνυμη πόλη (11 Οκτωβρίου 1922), και την ένα μήνα μετά εκκένωση της χερσονήσου της Καλλίπολης (στις 11 Νοεμβρίου) από τους εκεί Έλληνες, καθώς και αργότερα με την "υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών" (1922-24) από όλη τη Μικρά Ασία και τον ερχομό 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων στην Ελλάδα, να επιφέρουν την τελεία καταστροφή του Θρακικού και Μικρασιατικού ελληνισμού μαζί με του Πόντου.
Ο πλήρης απολογισμός της καταστροφής αυτής που συντελέσθηκε ιστορικά σε δύο περιόδους, (αμφότερες τετραετίες), 1914-1918 και 1920-1924 είναι πράγματι πολύ δύσκολος. Οι αρπαγές και οι λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, οι γεωργικές και κτηνοτροφικές καταστροφές, το γκρέμισμα σχολείων, ναών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, η χρεοκοπία και καταστροφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων με τον παράλληλο ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας που περιλαμβάνονται μαρτυρικοί βασανισμοί αιχμαλώτων, βιασμοί και ηθική οδύνη υπό το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου, αλλά και οι ατέλειωτες πορείες αιχμαλώτων, στα περιώνυμα "τάγματα εργασίας", με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ'αυτά, οι σφαγές, οι θηριωδίες μέχρι και οι εκτελέσεις επί των αποφάσεων των τουρκικών Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί πλήρως.



Ήθη και έθιμα των προσφύγων

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ - ΕΘΙΜΟ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ

Προέρχεται από το κλήδων = μάντεμα, προφητεία. Γινόταν στις 24 Ιουνίου στη γιορτή του Αϊ-Γιαννιού.
Ο γιορτασμός αρχίζει από την παραμονή με τις μεγάλες φωτιές που ανάβονται και τις πηδούν ακόμη και τα παιδιά. Κατόπιν φέρνουν οι ανύπαντρες κοπέλες από το πηγάδι το αμίλητο νερό και το αδειάζουν σε ένα πήλινο δοχείο, ρίχνοντας μέσα κι από ένα 'ριζικάρι', κάποιο προσωπικό, συνήθως πολύτιμο, αντικείμενο. Σκεπάζουν έπειτα το πήλινο δοχείο και το αφήνουν όλη νύχτα κάτω από τον ξάστερο ουρανό. Πηγαίνουν τότε όλες για ύπνο και ονειρεύονται τον άντρα που θα παντρευτούν.
Την επόμενη μέρα ανοίγεται με τραγούδια το δοχείο και καθώς η κάθε μία παίρνει πίσω το αντικείμενο που της ανήκει, ακούγεται κι από ένα δίστιχο, το περιεχόμενο του οποίου έχει κάποια σημασία για το 'ριζικό΄ της κοπέλας, στην οποία εκείνη τη στιγμή απευθύνεται. Τα ριζικάρια κάποτε τελειώνουν και καθώς βασιλεύει ο ήλιος κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό, στέκεται μπροστά στο παράθυρο και περιμένει μέχρι ν' ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται πως θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί.




ΒΑΡΒΑΡΑ

Η Αγία Βαρβάρα θεωρούνταν προστάτιδα των παιδιών από τις κακές παιδικές ασθένειες και ιδιαίτερα της ευλογιάς που προκαλούσε πολλούς θανάτους στον παιδικό πληθυσμό. Γι' αυτό καθιέρωσαν στη γιορτή της, για να τη γλυκάνουν, να μοιράζουν γλυκό κολυβόζουμο, που το ονόμασαν "βαρβάρα" ή "βάρβαρα".
Το έθιμο αυτό λέγεται πως κρατάει από την εποχή που ο σατανικός νους του πατέρα της Αγίας Βαρβάρας, του Διόσκουρου, βάλθηκε να εξοντώσει τους χριστιανούς δηλητηριάζοντας το ψωμί τους. Το μυστικό όμως, το έμαθε η κόρη του και ειδοποίησε τους Χριστιανούς να αποφύγουν εκείνες τις μέρες το ψωμί και να βράζουν και να τρώνε ότι καρπούς είχαν φυλαγμένους στο σπίτι τους. Κι έτσι, την παραμονή της γιορτής της -στις 3 Δεκεμβρίου- οι νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν τη "βαρβάρα", βάζοντας στάρι και διάφορους καρπούς (καρύδια, μύγδαλα, ρόδια, σταφίδες) ή φρούτα (συνήθως μήλο) ψιλοκομμένα και μπόλικη μυρωδικά, όπως κανέλα. Τα ξημερώματα της Αγίας Βαρβάρας οι νοικοκυρές έστελναν σε γείτονες, συγγενείς και φίλους ένα πιάτο "βαρβάρα" και αυτοί τους ανταπέδιδαν το ίδιο. Στη "βαρβάρα" απέδιδαν ευεργετικές ιδιότητες (θεραπεία από την ευλογιά) και στην Αγία Βαρβάρα ότι δίνει δύναμη και πολλαπλασιάζει 
τα αγαθά.


Το έθιμο αυτό αναβιώνει τα τελευταία 7 χρόνια και στο Συνοικισμό της Θήβας. Κάθε 3 Δεκέμβρη, παραμονή της γιορτής, στην πλατεία του Συνοικισμού η φωτιά ανάβει από νωρίς το μεσημέρι. Βράζουν το σιτάρι και προσθέτουν φασόλια, ρεβίθια, κουκιά, σταφίδες, ζάχαρη και καβουρντισμένο σουσάμι. Στο τέλος, προσθέτουν αμύγδαλα και καρύδια, λίγο καβουρντισμένο αλεύρι για να δέσει ο χυλός και κανέλα για άρωμα. Στις 6 το απόγευμα οι παρευρισκόμενοι δοκιμάζουν τα "βάρβαρα" μαζί με άλλα μικρασιάτικα γλυκά που παρασκευάζουν οι γυναίκες της Ένωσης και χορεύουν για αρκετές ώρες με τους ήχους των μικρασιάτικων τραγουδιών.




Ο ΜΑΪΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας ο μήνας των λουλουδιών, της βλάστησης και της καρποφορίας στον Πόντο ο Μάιος λεγόταν Καλομηνάς, από το επίθετο καλός και το ουσιαστικό μήνας. Έρθεν ο Καλομηνάς, πία γάλαν, αν πεινάς. Όνταν έρτ’ ο Καλομηνάς, φυτρώνε τα χορτάρια, ντ’ έμορφα επρασίντσανε τα τσόλια τα παρχάρια.
Το πρωί της 1ης του Καλομηνά, έτρωγαν άρτο που είχαν φυλάξει από τη Μ. Πέμπτη, έπιναν γάλα, έβγαζαν τα ζώα από το μαντρί και τα οδηγούσαν στη βοσκή αφού τα στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες, «τραχολίδια», και με κουδούνια. Τα οδηγούσαν κρατώντας στο χέρι βέργες από ανθισμένες αγριοτριανταφυλλιές, που τις έλεγαν μασούρας.
Στον Πόντο ο Μάιος συνδεόταν με δοξασίες και προλήψεις. Οι κάτοικοι πίστευαν ότι κινδύνευαν από μάγια και γι’ αυτό εκείνη την ημέρα προσπαθούσαν όλοι να προφυλαχθούν με σκόρδα, κρεμμύδια και μαγιοβότανα. Σύμφωνα με το έθιμο, κρεμούσαν στα σπίτια στεφάνια, σύμβολα της δροσιάς και της δύναμης της μαγιάτικης φύσης, θεωρώντας ότι θα τους μεταδοθεί η υγεία και η ζωντάνια της φύσης. Η έξοδος των αγελάδων για τις εαρινές βοσκές έπρεπε απαραίτητα να γίνει την πρωτομαγιά. Στα τέλη του Μαΐου θα άρχιζε η ομαδική μετάβαση των ζώων στους ορεινούς βοσκότοπους (παρχάρια).
Το Μάιο στον Πόντο γιόρταζαν τη μνήμη του Αγίου Χριστόφορου, μεγαλομάρτυρα από τα αρχαία Σούρμενα του Πόντου. Στις 21 Μαΐου γιόρταζαν τη μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, που λάτρευαν ιδιαίτερα.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου