ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ


Σαρακατσάνοι


Γενικές Πληροφορίες


Ένα πανάρχαιο ελληνικό φύλο, οι Σαρακατσαναίοι ,διασκορπίστηκαν το 18ο αιώνα ,στα χρόνια του Αλή Πασά σε όλη την Ελλάδα. Ως νομάδες κτηνοτρόφοι μετακινούνταν διαρκώς, το καλοκαίρι στα βουνά, στους κάμπους το χειμώνα. .Κοιτίδα των Σαρακατσάνων ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ. Η γλώσσα τους, ελληνική με στοιχεία της Αρχαιοελληνικής διαλέκτου. Σε αντίθεση με τα έθιμα τους ,κανόνων συμπεριφοράς και διαβίωσης αποδεικνύει την πανάρχαια ελληνικότητά τους.


Η οικονομική και κοινωνική ζωή των Σαρακατσαναίων ήταν οργανωμένη με ένα είδος συνεταιρισμού, το «Τσελιγκάτο», για την καλύτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Ο τσέλιγκας (αρχιποιμένας) ήταν ο αρχηγός, ο οποίος αναλαμβάνει οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η Σαρακατσάνικη οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της. Η εκπαίδευση τους ήταν στοιχειώδης, λόγω των συνεχών μετακινήσεών τους. Αλλά η πίστη τους στα θρησκευτικά και λατρευτικά έθιμα, καθώς και στις παραδόσεις, ήταν μεγάλη.


Μεγάλη είναι και η συμβόλη τους στην επανάσταση του 1821. Αλλά και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα η συμμετοχή τους υπήρξε αμέριστη .Επίσης αντιστάθηκαν σε όλους τους κατακτητές.


Από τη δεκαετία του 1950 και μετά οι Σαρακατσιαναίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τα βουνά, εγκαταστάθηκαν σε πόλεις και χωριά και ασχολούνται με κάθε είδους επαγγέλματα. Όμως, οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξα


Προέλευση ονόματος



Ως προς την ονομασία των Σαρακατσάνων υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Σύμφωνα με την επικρατέστερη από αυτές, το όνομα Σαρακατσάνος έχει τουρκική προέλευση και είναι σύνθετη λέξη αποτελούμενη από το kara (καρά) που σημαίνει «μαύρος, μαυροντυμένος» και το kacan (κατσάν) που σημαίνει «φυγάς, ανυπότακτος». Ο λόγος για την ονομασία αυτή είναι ότι οι Σαρακατσάνοι μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης φορούσαν μαύρη ενδυμασία ως ένδειξη πένθους. Επίσης κατέφυγαν ως κλέφτες στα βουνά ώστε να μην υποταχθούν στον κατακτητή και να τον πολεμούν από εκεί. Έτσι οι Τούρκοι τους προσέδωσαν την ονομασία Καρακατσάν, δηλαδή «μαύρος φυγάς». Οι ίδιοι οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτό το όνομα μετά το 1812, το οποίο είναι σχετικά νέο.


Πότε ήρθαν στην Κομοτηνή;:






Οι Σαρακατσάνοι εγκαταστάθηκαν στην Κομοτηνή και πιο συγκεκριμένα στις Σάπες το 1947 σχεδόν υποχρεωτικά, αφού έτσι είχε αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση. Όταν ήρθαν στις Σάπες ηταν η σκληρή περίοδος του άγριου σπαραγμού του Εμφυλίου Πολέμου. Κυρίως τις νυχτερινές ώρες τα αντάρτικα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού πραγματοποιούσαν συχνά επιδρομές στα χωριά και με τη βία, άλλοτε έπαιρναν εφόδια για τις ανάγκες τους (τρόφιμα-ζώα) και άλλοτε έπαιρναν άνδρες και κορίτσια πολλοί από αυτούς δεν ξαναγύρισαν ποτέ πίσω στις οικογένειές τους. Τα κορίτσια τα έστελναν σε διάφορες ανατολικές χώρες .Ο στρατός τότε δεν αρκούσε να προστατεύσει τους κατοίκους των οικισμών. Για το λόγο αυτό δόθηκε εντολή όλοι οι κάτοικοι των γύρω χωριών να έρθουν στις Σάπες και να εγκατασταθούν προσωρινά σε κατοικίες των ντόπιων, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν ένα τμήμα της κατοικίας τους για τη φιλοξενία τους, που κράτησε περίπου δύο χρόνια. Ως τη λήξη δηλαδή της εμπόλεμης κατάστασης. Μετά από δύο χρόνια περίπου, το 1949, οι οικογένειες των Σαρακατσάνων άρχισαν να φτιάχνουν τις παραδοσιακές σαρακατσάνικες καλύβες σε διάφορες τοποθεσίες, κυρίως στα βορειοανατολικά όρια των Σαπών.


Καταγωγή:


Η καταγωγή των Σαρακατσάνων έχει απασχολήσει τους ερευνητές, ιστορικούς, γλωσσολόγους και λαογράφους, με μία μεγάλη μερίδα από αυτούς να αποφαίνεται πως οι Σαρακατσάνοι είναι ελληνικό φύλο, καταγόμενο πιθανώς από παλαιούς ποιμενικούς πληθυσμούς. Μια δημοφιλής θεωρία που βασίζεται στη γλωσσολογία και τον υλικό πολιτισμό τους, υποστηρίζει ότι οι Σαρακατσάνοι κατάγονται από δωρικά φύλα, τα οποία έμειναν απομονωμένα για αιώνες στους ορεινούς όγκους της ηπειρωτικής Ελλάδας.


Ήθη και έθιμα των Σαρακατσαναίων


Οι Σαρακατσάνοι εδώ και τόσα χρόνια μένουν γερά δεμένοι με τις ρίζες του και δεν αποχωρίζονται τα έθιμα του. Ολόκληρη η ζωή των Σαρακατσάνων, θα λέγαμε, ότι περικλείεται σε τρεις μονάχα λέξεις: Στράτα, βουνά, χειμαδιά. Ο ρόλος της γυναίκας σ’ αυτή την κοινωνία ήταν αυστηρά προσδιορισμένος. Αν και δεν μάθαινε γράμματα, αυτή αναλάμβανε τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, σύμφωνα με όσα έχει διδαχτεί. Η διδαχή αυτή, χωρίς ξένες επιδράσεις, έφτανε από γενιά σε γενιά, ίδια και απαράλλαχτη, βασισμένη στις θεμελιώδεις αξίες της σαρακατσάνικης ηθικής.


Έθιμο γάμου


Οι Σαρακατσάνοι ακολουθούσαν αυστηρά την παράδοση και παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους. Η ενδογαμία αυτή συνέβαλε στη διατήρηση της κλειστής κοινωνίας, των εθίμων και του τρόπου ζωής τους. Οι γάμοι γίνονταν με συνοικέσιο, που κανόνιζαν οι γονείς των μελλονύμφων. Αφού αποφασιζόταν το συνοικέσιο και γινόταν κάποιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπλεκομένων οικογενειών, έδιναν “λόγο” και σε λίγες ημέρες γινόταν ο αρραβώνας “σύβασμα”, μια ιερή υπόσχεση, που η διάλυσή του ήταν μεγάλη προσβολή για ολόκληρο το σόι. Γινόταν χωρίς την παρουσία των νέων, με την ανταλλαγή ενός κόκκινου μαντηλιού, που είχε επάνω το δαχτυλίδι. Στην κοπέλα δεν γνωστοποιούσαν επίσημα τον αρραβώνα, ενώ απεναντίας γίνονταν πανηγυρικά γνωστός στο γαμπρό και μάλιστα με ντουφεκιές. Αμέσως μετά τον αρραβώνα, όριζαν και την ημέρα του γάμου, που συνήθως γινόταν το φθινόπωρο και πριν από τα Χριστούγεννα, δηλαδή πριν αρχίσει ο “γέννος”, και το καλοκαίρι, κυρίως τ’ ΆιΛιά.


Προίκα δεν έδιναν οι Σαρακατσαναίοι, ή καλύτερα δεν τη ζητούσαν, καθώς γι΄ αυτούς μετρούσε πάνω απ΄ όλα ο άνθρωπος. Τα έθιμα του σαρακατσάνικου γάμου, η λεγόμενη “χαρά”, που διαρκούσε οκτώ μέρες, ήταν πάρα πολλά και αποτελούσαν ένα μοναδικό στο είδος τους θέαμα. Ήταν ένα γεγονός που έσπαγε, άλλωστε, τη μονοτονία της καθημερινότητας.


Ενδεικτικά θα αναφέρουμε τα καλέσματα, που ήταν απαραίτητα, αφού κανείς δεν πήγαινε στο γάμο απρόσκλητος. Άλλο ένα συμβολικό έθιμο ήταν τα προζύμια, που τα έπιαναν τρία παιδιά (δύο αγόρια και ένα κορίτσι ).


Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν ο αποχαιρετισμός της νύφης, αφού επρόκειτο για πραγματική απομάκρυνση από το πατρικό σπίτι. Τη Δευτέρα του γάμου, ακολουθούσε ο χορός της νύφης.



΄΄ Ο Φλάμπουρας΄΄




Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, ήταν το ράψιμο του φλάμπουρα, που αποτελεί και την επίσημη αρχή του γάμου. Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Ν. Έβρου, το ξύλο του φλάμπουρα ήταν από αγριοτριανταφυλλιά (μαλιαροκολιά). Στο πάνω άκρο σχηματίζονταν σταυρός, στου οποίου τα τρία άκρα στερέωναν τρία μήλα, σύμβολο της γονιμότητας. Το ξύλο του φλάμπουρα τυλίγονταν με πολύχρωμες δαντέλες, ενώ το κύριο μέρος του ήταν η ελληνική σημαία, στολισμένη με φρέντζες και κορδέλες, φούντες και “χαρχαγγέλια”, τα οποία χτυπούσαν, όταν τον κουνούσαν στον χορό. Το ράψιμο του φλάμπουρα γινόταν από τον μπράτιμο, κοντινό άνθρωπο του γαμπρού, συνήθως αδελφός ή ανεψιός με μάνα και πατέρα, ενώ οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν:


Μετά το πέρας του ραψίματος, οι παρευρισκόμενοι κερνούσαν τον φλάμπουρα, με πρώτο τον μπράτιμο, και έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:






Συ κύριε μπράτιμε


ράψε τον φλάμπουρα καλά


θα γείρει ράχες και βουνά


θα τον ξεσκίσουν τα κλαριά


θα τον γελάει η πεθερά


δεν θα μας δώσει τα προικιά.


Τίνος είν’ το μπαϊράκι


Τ’ άξιο και το κόκκινο






Του γαμπρού είν’ το μπαϊράκι


Τ’ άξιο και το κόκκινο


Ποιος το φτιάνει, ποιος το στήνει


Ποιος το ομορφοκοκκινίζει


Ο πατέρας μου το φτιάνει


Και το κατακοκκινίζει


Η μανούλα μου το φτιάνει


Και το ομορφοκοκκινίζει






Κέρνα μπράτιμε κέρνα


κέρνα το μπαϊράκι


κέρνα το μπαϊράκι


και δώσ’ του ένα φλουράκι


κέρνα πατέρα κέρνα


κέρνα το μπαϊράκι


κέρνα το μπαϊράκι


και δώσ’ του ένα φλουράκι


κέρνα μανούλα κέρνα


κέρνα το μπαϊράκι


κέρνα το μπαϊράκι


και δώσ’ του ένα φλουράκι.


Στο τέλος έστηναν χορό και “χόρευαν” τον φλάμπουρα.


Η αδελφοποιΐα


Η δημιουργία αδελφικού δεσμού στους Σαρακατσαναίους ήταν δυνατό έθιμο, που οι ρίζες του χάνονται στα βάθη των αιώνων. Το έθιμο αυτό αναπτύσσεται ιδιαίτερα στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο δεσμός γινόταν μεταξύ ατόμων, που δεν έχουν συγγένεια αίματος, με την ίδια θρησκεία και τις σχέσεις τους να διέπονται από ισόβια υποχρέωση αλληλοβοήθειας, αλληλεγγύης και αυταπάρνησης.


Η επισημοποίηση γινόταν σε μια “μαγική” τελετή, με θρησκευτικό χαρακτήρα και με συμβολικές πράξεις, όπως ανάμειξη αίματος, ανταλλαγή όπλων, περίζωση με την Αγία Ζώνη κ.ά. Μέχρι το 1920, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, στο βουνό Ρίλα (Βουλγαρία), οι Σαρακατσαναίοι πιανόταν σταυραδέλφια, κάθε χρόνο στις 29 Αυγούστου, την ημέρα που γιόρταζε η Μονή.


Σαρακατσάνικο Γκουρμπάνι


Το Γκουρμπάνι ήταν μια εκδήλωση των Σαρακατσάνων με κύριο σκοπό την ευμενή επίδραση της θρησκείας, που αντιπροσωπεύει δυνάμεις, οι οποίες πρέπει να εκδηλωθούν για το καλό του τσελιγκάτου, της οικογένειας ή ενός προσώπου, ανάλογα το που ήταν ταμένο το “γκουρμπάνι”.


Το “τάμα” γινόταν σε κάποιον άγιο, που πολλές φορές συνέπιπτε με το όνομα του εορτάζοντα, για να έχουν την εύνοιά του. Οι γιορτές, που κατά κύριο λόγο έταζαν το “γκουρμπάνι” οι Σαρακατσάνοι, ήταν κατά προτίμηση της Παναγίας, των Αγίων Αποστόλων, του Προφήτη Ηλία, του Άι Δημήτρη και του Άι Γιώργη.


 Στο “τάμα” έσφαζαν ένα αρσενικό αρνί, που το έψηναν στο γάστρο και καλούσαν τους γείτονες να το φάνε όλοι μαζί, πίνοντας ρακί ή κρασί. Τα ψητά και τους διάφορους μεζέδες (όχι μεγάλη ποικιλία) τα έβαζαν σε τάβλες, που είχαν στρώσει μέσα στο καλύβι.


Οι καλεσμένοι, αφού χαιρετούσαν δίνοντας ευχές στον εορτάζοντα, καθόταν γύρω-γύρω στο καλύβι, έχοντας μπροστά τους την τάβλα. Επάνω στην τάβλα έβαζαν σαν πρώτο μεζέ λίγες καραμέλες για τον καθένα. Αφού μαζεύονταν οι καλεσμένοι, άρχιζαν το τραγούδι, πίνοντας ρακί από το παγούρι, όλοι με τη σειρά.


Τα τραγούδια που άρχιζαν το γκουρμπάνι “τα γκουρμπανίσια τραγούδια” όπως τα έλεγαν, ήταν ευχές για τον εορτάζοντα και ήταν καθορισμένα.










ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/406#ixzz3qGUvPjJ3


https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9


http://oisapes.mysch.gr/topos/sarakatsanoi.html


Η Σαρακατσάνικη Φορεσιά

Η σαρακατσάνικη φορεσιά χαρακτηρίζεται από τη σοβαρότητα των σκούρων χρωμάτων και τα πολλά συμβολικά στοιχεία που αποτυπώνονται πάνω της. Όλα τα ρούχα, οι γυναίκες τα έφτιαχναν μόνες τους χρησιμοποιώντας πάντα υφάσματα δικής τους κατασκευής.
Τα πολύμορφα κεντητά μοτίβα στις ποδιές των γυναικών -τις λεγόμενες «παναούλες»- σχετίζονται με τη ζωή, τη γονιμότητα, τις συλλογικές μεταφυσικές αξίες και αντιστοιχούν σε μεγάλους σταθμούς της ζωής όπως η γέννηση, ο γάμος, ο θάνατος. Εντοπίζεται συχνά το σύμβολο του σταυρού, απόδειξη της θρησκευτικότητας των Σαρακατσάνων, καθώς και του φεγγαριού, του ήλιου και του φιδιού, που θεωρούνται σύμβολα γονιμότητας και ευημερίας. Ορισμένες ποδιές είχαν φυτικό διάκοσμο, με δέντρα, κλωνάρια και λουλούδια που φορούσαν συνήθως στις ανοιξιάτικες μετακινήσεις τους. Ακόμα τα αυστηρά γεωμετρικά σχήματα πάνω στις γυναικείες κάλτσες, πιστεύεται, πως συμβόλιζαν το σύμπαν.
Η γυναικεία σαρακατσάνικη φορεσιά της Θεσσαλίας αποτελείται από τα εξής κομμάτια:
1. Κατασάρκι: Είναι μάλλινο άσπρο υφαντό το οποίο χτυπούσαν στη νεροτριβή. Φοριέται για εσώρουχο και είναι ανοιχτό στο στήθος με κοντά μανίκια, περίπου δέκα πόντους κάτω από τον ώμο.
2. Πουκάμισο: Είναι μακρύ βαμβακερό υφαντό με κέντημα στα μανίκια από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα. Είναι ανοικτό στο στήθος και έχει κέντημα πέντε πόντων και από τις δύο πλευρές μέχρι το λαιμό. Το κέντημα αυτό είναι το ίδιο με το κέντημα στα μανίκια.
3. Ζωστάρι: Είναι είδος μακρύ γιλέκου, που φτάνει μέχρι τους γοφούς. Είναι κεντημένο και από τις δύο πλευρές του μπροστινού μέρους, οι οποίες λέγονται προφύλλια. Έχει μεγάλο άνοιγμα στο στήθος, το οποίο καλύπτεται από το πουκάμισο.
4. Φούστα: Είναι φτιαγμένη από μάλλινο υφαντό φίνο ύφασμα, λεπτό με γυαλιστερή επιφάνεια και είναι μακριά μέχρι τη γάμπα. Είναι φτιαγμένη από τρία παράλληλα κομμάτια υφαντού υφάσματος μαζεμένα σούρα, για να γίνουν πιέτες, και ραμμένα στο ζωνάρι της φούστας. Τα χρώματα της φούστας είναι σκούρα βυσσινί ή γαλάζιο και ήταν στολισμένη με δύο ή τρία κολλήματα από δαντέλα και κεντοπάνι σε ανάλογες αποστάσεις από το γόνατο και κάτω. Στο κάτω μέρος έχει δαντέλα σε σχέδιο μύτες χρωματιστές. Οι πιο επίσημες φούστες, πολύ παλιά, ήταν κεντημένες στο κάτω μέρος γύρω στα δέκα εκατοστά με χρωματιστές κλωστές σε διάφορα σχέδια.
5. Μανίκια: Φοριούνται στα χέρια και πιάνονται με κόπτσα από το κατασάρκι. Το κάτω μέρος πιάνει τον καρπό, είναι πλεκτό με διάφορα σχέδια και το έλεγαν χειρότι. Το υπόλοιπο είναι φτιαγμένο από μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα.
6. Τραχλιά: Φοριέται στο λαιμό και καλύπτει το άνοιγμα του στήθους με μια προέκταση από ύφασμα που έχει από κάτω. Είναι κεντημένη και στολισμένη με δαντέλες και φρέντζες.
7. Ποδιά: Φοριέται μπροστά από τη φούστα, δένεται στη μέση και είναι μακριά μέχρι το τελείωμα της φούστας. Το ύφασμα της ποδιάς είναι βαμβακερό ή μάλλινο. Είναι κεντημένη και στολισμένη με δαντέλα και κεντοπάνι.
8. Μαντήλι: Είναι σταμπωτό βαμβακερό με κρόσια και έχει κίτρινο ή άσπρο χρώμα. Φοριέται στο κεφάλι δεμένο πίσω.
9. Κάλτσες: Είναι πλεκτές με νήμα άσπρο και μάλλινες χρωματιστές κλωστές σε διάφορα γεωμετρικά σχέδια. Φοριούνται στα πόδια από το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο.
10. Πατούνες-κοντοτσούραπο: Φοριούνται στο κάτω μέρος του ποδιού, στην πατούσα και πιάνουν μέχρι τον αστράγαλο.
11. Κάπα πανωφόρι: Φοριέται πάνω από το ζωστάρι, είναι αμάνικο και φτάνει μέχρι τη μέση. Είναι κεντημένο στις δύο μπροστινές πλευρές και πίσω στην πλάτη. Στην πλάτη έχει ριγμένα δύο κεντημένα μανίκια διακοσμητικά.
12. Τσαρούχια με φούντες, όμοια με τα ανδρικά.
Η αντίστοιχη ανδρική φορεσιά μέχρι το 1920 αποτελούνταν από τα εξής:
1. Κατασάρκι
2. Πουκάμισο: Είναι άσπρο με μεγάλα φαρδιά μανίκια.
3. Φουστανέλα μακριά.
4. Κάλτσες: Είναι μάλλινες υφαντές μέχρι τους μηρούς, με καλτσοδέτα και φούντα κάτω από το γόνατο.
5. Ζωνάρι: Είναι μάλλινο και το φοριέται στη μέση. Πάνω από το ζωνάρι, παλιότερα, φορούσαν το σιλάχι ή σλιάφι, όπως το έλεγαν. Το σιλάχι είναι δερμάτινη πλατιά ζώνη με πολλές θήκες για χρήματα και όπλα.
6. Τσιπκένι: Είναι το επίσημο πανωφόρι και φοριέται πάνω από το πουκάμισο. Είναι μάλλινο, από τσόχα σε χρώμα μπλε ή πράσινο, με δύο μανίκια ριγμένα στις πλάτες, κεντημένα με κορδόνι μαύρο ή χρυσό.
7. Σκούφια: Είναι ένα στρόγγυλο χαμηλό κάλυμμα που φοριέται στο κεφάλι. Το επίσημο είναι φτιαγμένο από ένα γυαλιστερό ύφασμα, σαν μεταξωτό.
8. Τσαρούχια με φούντες.

Μετά το 1920 αντικατέστησαν τη φουστανέλα και τις κάλτσες, με τη μπουραζάνα. Η μπουραζάνα ήταν άσπρη ή μαύρη, φτιαγμένη με μάλλινο ύφασμα χτυπημένο στη νεροτριβή. Δενόταν στη μέση με χοντρό μάλλινο πλεκτό κορδόνι ή άσπρο σχοινί, το οποίο ήταν περασμένο εσωτερικά στο ζωνάρι της. Τη φορούσαν με γιλέκο και μαύρο ή μπλε σακάκι. Αργότερα φόρεσαν κοστούμι, τύπου ευρωπαϊκού, φτιαγμένο από μπλε υφαντό ύφασμα με σακάκι, παντελόνι και γιλέκο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου