Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

ΤΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ


Το Βυζαντινό Τείχος του 4ου αιώνα, αποτελεί το αρχαιότερο μνημείο της Κομοτηνής. Αν και κάποια τμήματά του έχουν καταστραφεί, η ιστορία το αποδίδει στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395).







Απέναντι βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του 1800, αρχικά χτισμένος μέσα στο τείχος. Δομημένος πάνω στα θεμέλια ενός ερειπωμένου βυζαντινού ναού, τοποθετήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο γιατί στην τουρκοκρατία δεν επιτρεπόταν η ανύψωση στο ίδιο επίπεδο με τα τζαμιά. Στο εσωτερικό του φυλάσσεται μια εικόνα της Παναγίας του 14-15ου αιώνα, ενώ ο Δεσποτικός θρόνος, το Εικονοστάσι και ο Αμβωνας είναι του 19ου αιώνα.




Στη γωνία του δρόμου η σημερινή λέσχη Κομοτηναίων είχε χτιστεί από τη Μητρόπολη για να στεγάσει αρχικά το Μητροπολιτικό Μέγαρο το 1924. Παραχωρήθηκε όμως αμέσως στο σύλλογο Κομοτηναίων η «Ενωσις».



Πίσω από τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται το Πνευματικό Κέντρο-Εθνικό Ωδείο Κομοτηνής. Στη μικρή πλατεία του Αρχιμανδρίτη Χρυσάνθου «βλέπει» και το παλιό (Εσκί) Τζαμί της πόλης, χτισμένο μεταξύ 1371-1383.



Στον παράλληλο δρόμο, πίσω από τον πεζόδρομο -την οδό Κούλογλου- αναπαλαιώνονται σήμερα κάποια ακόμη νεοκλασικά της πόλης: η οικία Μουζιοπούλου όπου στεγάζεται η Δ.Ε.Π.Α.Κ. και η οικία Σκουτέρη- δωρεά Βασιλικής Δίντσογλου, η οποία λειτουργεί ως δημοτικό Μουσείο. Σε αυτήν αναπαρίσταται Θρακιώτικη οικία αστικής τάξης της Κομοτηνής στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ου αιώνα.





Πίσω από αυτό, το άλσος της Αγίας Παρασκευής, έκτασης 21,30 στρεμμάτων, αποτελεί σημείο δροσιάς και ανάπαυλας. Το όνομά του το παίρνει από το μικρό Ναό της Αγίας Παρασκευής, πολιούχου της πόλης, που είναι χτισμένος πάνω στα ερείπια ενός ελληνορωμαϊκού ναού αφιερωμένου στη θεά Αφροδίτη. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σωζόταν ακόμη το πρόστυλο και το αέτωμα, στεφανωμένα από έναν μαρμάρινο σταυρό.



Βγαίνοντας από αυτό το σημείο από το πάρκο, συναντούμε το Δημαρχείο της Κομοτηνής. Στην αίθουσα του δημοτικού Συμβουλίου φυλάσσεται η ιστορική σημαία της πόλης, πάνω στην οποία είναι κεντημένες οι πιο σημαντικές για την ιστορία της ημερομηνίες.


Απέναντι, από τη μία πλευρά βλέπουμε τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ.ενώ από την άλλη το Δημοτικό Στάδιο. Δίπλα σε αυτό βρίσκεται ο Ναός της Αγίας Σοφίας. Ο παράλληλος στην εκκλησία δρόμος, μας κατευθύνει στο αξιόλογο κτίσμα που στεγάζει το 3ο Δημοτικό Σχολείο.

Βγαίνοντας από την άλλη άκρη το δρόμου στην οδό Υψηλάντους, βρισκόμαστε στη σημερινή είσοδο-έξοδο της Κομοτηνής από και προς Ξάνθη. Στην άκρη της καταπράσινης νησίδας είναι τοποθετημένο το άγαλμα του Ελ. Βενιζέλου. Πίσω του, το κτίριο όπου στεγάζεται το Ι.Κ.Α. αντανακλά με την αρχιτεκτονική του τις βυζαντινές σελίδες της ιστορίας της Κομοτηνής.



Αν ακολουθήσουμε τη νησίδα προς το κέντρο της πόλης θα ξανασυναντήσουμε τη δωρεά Νέστορος Τσανακλή. Αν στρίψουμε όμως δεξιά, στην οδό Γ. Κονδύλη, οδηγούμαστε στο κτίσμα της παλιάς Λέσχης Δημοσίων Υπαλλήλων, μετέπειτα Δημοτικής Βιβλιοθήκης και σημερινή στέγη του χειμερινού Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κομοτηνής.

Ανάμεσα στα δύο κτίρια είναι τοποθετημένο το άγαλμα της Νίκης της Θράκης, έργο του γλύπτη Νικολαΐδη. Η λεωφόρος Ηρώων, περνά μπροστά από την ΧΧΙ Ταξιαρχία. Πίσω από το κτίσμα της Ταξιαρχίας βρίσκεται το παλιό κτίριο των Δικαστηρίων που στέγασε κάποτε και τη Νομαρχία.
Η λεωφόρος Ηρώων οδηγεί στα στρατόπεδα και στη Νυμφαία, το βουνό πίσω από τη πόλη, με ιδιαίτερες φυσικές ομορφιές. Εκεί βρίσκονται διαδρομές και χώροι αναψυχής οργανωμένοι από το Δασαρχείο, ενώ στα πόδια ενός κομματιού Βυζαντινής οχύρωσης απολαμβάνει κανείς έναν καφέ ή και το γεύμα του στο Τουριστικό Δημοτικό Περίπτερο.





Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

ΠΟΤΕ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ Η ΚΟΜΟΤΗΝΗ

Η Κομοτηνή (παλαιότερα και Γκιουμουλτζίνα, τουρκικά: Gümülcine, βυζαντινά: Κουμουτζηνά, Κομοτηναί ή Κομοτηνά) πρωτεύουσα της ελληνικής Θράκης, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας, στο νομό Ροδόπης. Είναι έδρα της διοικητικής περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης. Στην Κομοτηνή, επίσης, έχει την έδρα του το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Με την ύπαρξη της να βεβαιώνεται από την ύστερη αρχαιότητα, το πάλαι ποτέ μικρό βυζαντινό οχυρό των Κομοτηνών ή Κουμουτζηνών αναδείχθηκε σε σημαντικό αστικό κέντρο στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Η σημαίνουσα θέση της στην περιοχή της Θράκης εδραιώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου (1363-1912), στην τελευταία περίοδο της οποίας (19ος αιώνας) αναδείχθηκε σε διοικητικό κέντρο της ευρύτερης περιφέρειας. Η πρόσκαιρη κατάκτησή της από τους Βούλγαρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, η απελευθέρωσή της κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο και η έκβαση του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου οδήγησαν στη διαδοχική κατοχή της πόλης από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα, μέχρι την οριστική ενσωμάτωσή της στην ελληνική επικράτεια το 1920.

Κατά την διάρκεια της συνεχόμενης Οθωμανικής κυριαρχίας στην πόλη (το διάστημα 1363-1912) πλειοψηφούσαν οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί [1][2]. Η περίοδος κατά την ενσωμάτωση της πόλης στην Ελλάδα όπως και η υποδοχή των πληθυσμών της ανταλλαγής που συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λωζάνης μετέβαλε τα δημογραφικά δεδομένα καθιστώντας σταδιακά τον χριστιανικό πληθυσμό πλειονοτικό έναντι του μουσουλμανικού [3][4] [5][6][7], με την πληθυσμιακή σύνθεση να συμπληρώνεται από σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και Εβραίων, εικόνα που έμελλε να αλλάξει στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των τελευταίων. Στα μεταπολεμικά χρόνια η πόλη αναπτύχθηκε χάρη στην κεντρική της γεωγραφική θέση και τη σημασία της ως διοικητικό κέντρο, διατηρώντας τον χαρακτήρα της με τα συνεπαγόμενα προβλήματα ένταξης των μειονοτικών ομάδων.

Η οικονομία της χαρακτηρίζεται από την υπεροχή του τομέα παροχής υπηρεσιών, απόρροια γεωγραφικών και ιστορικών παραγόντων. Ο αστικός της χώρος παρουσιάζει ιδιαίτερη ποικιλομορφία χάρη στην ιστορία της και τον πολιτισμό της, στοιχεία που είναι υπεύθυνα και για τα σημαντικά μνημεία και αξιοθέατα τα οποία τον διασπείρουν.

Η Κομοτηνή αποτέλεσε την έδρα του σαντζακίου της Γκιουμουλτζίνας που ιδρύθηκε το 1867[β][27]. Τις επόμενες δεκαετίες αναπτύχθηκε οικονομικά λόγω της επεξεργασίας και του εμπορίου καπνού και οι Έλληνες, όντες ευνοημένοι από τα σύγχρονα μεταρρυθμιστικά μέτρα υπέρ της ανεξιθρησκείας, έθεσαν την οικονομική της δραστηριότητα υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Εκείνη την περίοδο χτίστηκαν πολλά από τα αρχοντικά που κοσμούν σήμερα τους δρόμους της, όπως αυτά του Στάλιου, του Μαλλιόπουλου και του Πεΐδη (σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο).[22] Μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, κύμα Τούρκων προσφύγων συνέρευσε στην Κομοτηνή. Την περίοδο εκείνη λόγω της έξαρσης του Βουλγαρικού εθνικισμού, η περιοχή δέχεται έντονες πιέσεις από τη Βουλγαρική πλευρά.