Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ


Το Βυζαντινό Τείχος του 4ου αιώνα, αποτελεί το αρχαιότερο μνημείο της Κομοτηνής. Αν και κάποια τμήματά του έχουν καταστραφεί, η ιστορία το αποδίδει στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395).







Απέναντι βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του 1800, αρχικά χτισμένος μέσα στο τείχος. Δομημένος πάνω στα θεμέλια ενός ερειπωμένου βυζαντινού ναού, τοποθετήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο γιατί στην τουρκοκρατία δεν επιτρεπόταν η ανύψωση στο ίδιο επίπεδο με τα τζαμιά. Στο εσωτερικό του φυλάσσεται μια εικόνα της Παναγίας του 14-15ου αιώνα, ενώ ο Δεσποτικός θρόνος, το Εικονοστάσι και ο Αμβωνας είναι του 19ου αιώνα.




Στη γωνία του δρόμου η σημερινή λέσχη Κομοτηναίων είχε χτιστεί από τη Μητρόπολη για να στεγάσει αρχικά το Μητροπολιτικό Μέγαρο το 1924. Παραχωρήθηκε όμως αμέσως στο σύλλογο Κομοτηναίων η «Ενωσις».



Πίσω από τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται το Πνευματικό Κέντρο-Εθνικό Ωδείο Κομοτηνής. Στη μικρή πλατεία του Αρχιμανδρίτη Χρυσάνθου «βλέπει» και το παλιό (Εσκί) Τζαμί της πόλης, χτισμένο μεταξύ 1371-1383.



Στον παράλληλο δρόμο, πίσω από τον πεζόδρομο -την οδό Κούλογλου- αναπαλαιώνονται σήμερα κάποια ακόμη νεοκλασικά της πόλης: η οικία Μουζιοπούλου όπου στεγάζεται η Δ.Ε.Π.Α.Κ. και η οικία Σκουτέρη- δωρεά Βασιλικής Δίντσογλου, η οποία λειτουργεί ως δημοτικό Μουσείο. Σε αυτήν αναπαρίσταται Θρακιώτικη οικία αστικής τάξης της Κομοτηνής στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ου αιώνα.





Πίσω από αυτό, το άλσος της Αγίας Παρασκευής, έκτασης 21,30 στρεμμάτων, αποτελεί σημείο δροσιάς και ανάπαυλας. Το όνομά του το παίρνει από το μικρό Ναό της Αγίας Παρασκευής, πολιούχου της πόλης, που είναι χτισμένος πάνω στα ερείπια ενός ελληνορωμαϊκού ναού αφιερωμένου στη θεά Αφροδίτη. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα σωζόταν ακόμη το πρόστυλο και το αέτωμα, στεφανωμένα από έναν μαρμάρινο σταυρό.



Βγαίνοντας από αυτό το σημείο από το πάρκο, συναντούμε το Δημαρχείο της Κομοτηνής. Στην αίθουσα του δημοτικού Συμβουλίου φυλάσσεται η ιστορική σημαία της πόλης, πάνω στην οποία είναι κεντημένες οι πιο σημαντικές για την ιστορία της ημερομηνίες.


Απέναντι, από τη μία πλευρά βλέπουμε τη Νομική Σχολή του Δ.Π.Θ.ενώ από την άλλη το Δημοτικό Στάδιο. Δίπλα σε αυτό βρίσκεται ο Ναός της Αγίας Σοφίας. Ο παράλληλος στην εκκλησία δρόμος, μας κατευθύνει στο αξιόλογο κτίσμα που στεγάζει το 3ο Δημοτικό Σχολείο.

Βγαίνοντας από την άλλη άκρη το δρόμου στην οδό Υψηλάντους, βρισκόμαστε στη σημερινή είσοδο-έξοδο της Κομοτηνής από και προς Ξάνθη. Στην άκρη της καταπράσινης νησίδας είναι τοποθετημένο το άγαλμα του Ελ. Βενιζέλου. Πίσω του, το κτίριο όπου στεγάζεται το Ι.Κ.Α. αντανακλά με την αρχιτεκτονική του τις βυζαντινές σελίδες της ιστορίας της Κομοτηνής.




Αν ακολουθήσουμε τη νησίδα προς το κέντρο της πόλης θα ξανασυναντήσουμε τη δωρεά Νέστορος Τσανακλή. Αν στρίψουμε όμως δεξιά, στην οδό Γ. Κονδύλη, οδηγούμαστε στο κτίσμα της παλιάς Λέσχης Δημοσίων Υπαλλήλων, μετέπειτα Δημοτικής Βιβλιοθήκης και σημερινή στέγη του χειμερινού Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κομοτηνής.

Ανάμεσα στα δύο κτίρια είναι τοποθετημένο το άγαλμα της Νίκης της Θράκης, έργο του γλύπτη Νικολαΐδη. Η λεωφόρος Ηρώων, περνά μπροστά από την ΧΧΙ Ταξιαρχία. Πίσω από το κτίσμα της Ταξιαρχίας βρίσκεται το παλιό κτίριο των Δικαστηρίων που στέγασε κάποτε και τη Νομαρχία.
Η λεωφόρος Ηρώων οδηγεί στα στρατόπεδα και στη Νυμφαία, το βουνό πίσω από τη πόλη, με ιδιαίτερες φυσικές ομορφιές. Εκεί βρίσκονται διαδρομές και χώροι αναψυχής οργανωμένοι από το Δασαρχείο, ενώ στα πόδια ενός κομματιού Βυζαντινής οχύρωσης απολαμβάνει κανείς έναν καφέ ή και το γεύμα του στο Τουριστικό Δημοτικό Περίπτερο.




Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΙΑ

                Το νυφόπαρμα των Ποντίων

Η Πόντια νύφη συνηθίζει «να το παίζει δύσκολη» στον γαμπρό, που αναγκάζεται να περάσει αρκετές δοκιμασίες πριν τελικά κάνει την καλή του γυναίκα του, δόξη και τιμή. Μια παράδοση αιώνων, που κρατάει ακόμα και στις μέρες μας.
Όπως υποδηλοί και η λέξη, νυφόπαρμα (ή νυφέπαρμα) στην ποντιακή λαλιά εννοούμε την παραλαβή της νύφης από τον γαμπρό, τον κουμπάρο και τη συνοδεία τους από το πατρικό της σπίτι, και την πομπή τους προς την εκκλησία.
Στον Πόντο, αλλά και αργότερα στα χρόνια της εξορίας, οι Πόντιοι ακολουθούσαν όλο το τελετουργικό του εθίμου αυτού που παραδίδεται από τη μια γενιά στην άλλη. Σε αντίθεση με τους άλλους ελληνικούς γάμους, όπου ο γαμπρός το πολύ-πολύ να περιμένει λίγο παραπάνω τη νύφη, για τον ταλαίπωρο Πόντιο άντρα είχε πολλές... επιπλοκές.

                  Προ της γαμήλιας τελετής

Το βράδυ του Σαββάτου γινόταν κατά κανόνα ο «γάμος της νύφης», το αντίστοιχο του «μπάτσελορ πάρτι» όπως λέμε στις μέρες μας. Μαζεύονταν οι φίλες και οι συγγενείς της και αποχαιρετούσαν τη νύφη με τραγούδια και γλέντι. Και για τον γαμπρό γινόταν ανάλογο πάρτι αποχαιρετισμού της εργένικης ζωής. Εκεί τον ξύριζαν και τον ετοίμαζαν για τη μέρα του γάμου. Το επόμενο πρωί ο γαμπρός έπρεπε να πάει στο πατρικό της νύφης, που ενίοτε βρισκόταν σε άλλη περιοχή, για να την παραλάβει και να την οδηγήσει στην εκκλησία.

Οι αποστάσεις δεν ήταν εύκολο να διανυθούν με τα μέσα μεταφοράς της εποχής, πόσο μάλλον όταν η μετακίνηση αφορούσε και τη συνοδεία του γαμπρού, που την αποτελούσαν φίλοι και συγγενείς τόσο του ίδιου όσο και του κουμπάρου.

 Μόλις ετοιμαζόταν ο γαμπρός, πήγαινε να παραλάβει τον κουμπάρο και μαζί με όσους τους συνόδευαν να κατευθυνθούν προς το πατρικό της νύφης. Μόλις έφταναν, άρχιζαν οι οργανοπαίχτες να παίζουν την κεμεντζέ, το τέφ’ (ντέφι) και κάποιες φορές και το ακορντεόν, και όλοι χόρευαν στο ρυθμό της μουσικής. Καθώς πλησίαζαν στην αυλή του σπιτιού, άρχιζαν και τα εμπόδια για τον γαμπρό.


Οι συγγενείς της νύφης έκλειναν το δρόμο με σκοινιά, που για να τα περάσει η παρέα του γαμπρού έπρεπε να πληρώσει ο κουμπάρος. Συνήθως δεν γίνονταν σκληρά παζάρια και κατάφερναν να φτάσουν στην αυλή. Εκεί όμως έπρεπε ο κουμπάρος για μια ακόμα φορά να βοηθήσει να ξεπεραστούν τα εμπόδια με τη βοήθεια της... τσέπης του. Μερικές φορές, αν το έφερνε η ανάγκη, υποστήριζαν τον κουμπάρο και οι συγγενείς με δικά τους χρήματα.


Το τελικό εμπόδιο βρισκόταν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, στην οποία στέκονταν συνήθως τα αδέλφια της νύφης και αναλάμβαναν να... πουλήσουν την νύφη με σκληρά παζάρια. Μαζί με την είσοδο στο σπίτι, ο κουμπάρος αγόραζε και την κοσάρα, την οποία κρατούσε πάνω σε δίσκο μια θεία της νύφης.

Η ΚΟΣΑΡΑ
Μετά την είσοδό του στο σπίτι, ο γαμπρός έπρεπε να πάρει την ευλογία του πεθερού και της πεθεράς και να τους φιλήσει το χέρι.
Αφού υποσχόταν ότι θα έκανε την κόρη τους ευτυχισμένη ο γαμπρός μπορούσε πια να παραλάβει τη νύφη, η οποία τον περίμενε ήδη έτοιμη και στολισμένη.

Σε όλο το δρόμο προς την εκκλησία ο γαμπρός και η νύφη έπρεπε να προχωρούν χέρι-χέρι και να κρατάνε έτσι ενωμένα τα χέρια τους μέχρι να φτάσουν, αλλά και κατά τη διάρκεια της γαμήλιας τελετής.



                         Δεισιδαιμονίες...
Αν τύχαινε να περάσει κάποιος ανάμεσά τους τη μέρα του στεφανώματος, το θεωρούσαν κακό σημάδι που σήμαινε ότι ο γάμος τους αργά ή γρήγορα θα χαλούσε και θα οδηγούνταν σε χωρισμό! Οι Πόντιοι θεωρούσαν κακό σημάδι οτιδήποτε ξέφευγε από τους άγραφους εθιμικούς κανόνες τους και ό,τι τους φαινόταν περίεργο. Ακόμα και κατά το στεφάνωμα πρόσεχαν ποιοι θα στέκονται δίπλα στους νεόνυμφους. Φρόντιζαν να μην βρίσκεται δίπλα τους κάποια «γεροντοκόρη» ή χωρισμένη, ή ακόμα και κάποια που την θεωρούσαν γρουσούζα, γιατί πίστευαν ότι θα έφερνε κακοτυχία στο ζευγάρι.                    
                                                        γλέντι μετά από ποντιακό γάμο


     
                            ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ
Δεξάμενος είναι ο ανάδοχος, νονός του βρέφους που βαπτίζεται. Λεγόταν και σύντεκνος όπως και στην Κρήτη.
Στον Πόντο ο κουμπάρος που στεφάνωνε τους γονείς βάφτιζε και το παιδί – έθιμο που τηρούν οι Πόντιοι μέχρι σήμερα. Την επιλογή την έκαναν οι μειζέτεροι (πρεσβύτεροι) της οικογένεις του παιδιού. Τα αγόρια είχαν δεξάμενο και τα κορίτσια δεξαμέντζαν. Τα δίδυμα είχαν διαφορετικούς δεξαμένους αντίστοιχα με το φύλο τους. Σε όλη του τη ζωή ο δεξιμάτ’ (βαφτιστήρι) αποκαλούσε το νονό «δεξάμενε» και τη νονά «δεξαμέντζα». Το ίδιο έκαναν και τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας.
Στον δεξάμενο στελνόταν ως πρόσκληση κόκκινη λαμπάδα μαζί με πίτα ή αρνί στολισμένο με λουλούδια και άλλα στολίδια στο κεφάλι. Το έθιμο της λαμπάδας τηρείται και σήμερα. Την ορισμένη μέρα και ώρα ο δεξάμενος ερχόταν στο σπίτι του βρέφους με το αλάι του (τη συνοδεία του) και από κει πήγαιναν όλοι μαζί στη εκκλησία.


Ο δεξάμενος είχε δικαίωμα να επιλέξει το όνομα, αν δεν είχαν αποφασίσει οι γονείς. Εκτός από τα δώρα που έκανε στον αναδεξιμιό του, ο δεξάμενος έπρεπε να δείχνει ενδιαφέρον και για όλη τη ζωή του: τη μόρφωσή του, την επαγγελματική αποκατάσταση, το γάμο του. Τον στεφάνωνε ο ίδιος ή ο γιος του. Ο παραμερισμός του νονού από τα δρώμενα του γάμου ήταν μεγάλη προσβολή.
Μεγάλο σεβασμό έδειχναν και οι γονείς του παιδιού στον δεξάμενο, και είναι χαρακτηριστική η παροιμία «Αδελφοσύνα σ’ κούται κ΄ η κουμπαρωσύνα κάθεται» (παραμερίζεται ο αδελφός για χάρη του κουμπάρου). Όταν τύχαινε να γίνουν κουμπάροι αδέλφια, η προσαγόρευση που επικρατούσε ήταν «κουμπάρε».         
Η ονοματοδοσία για τους Πόντιους ακολουθούσε την εξής ιεραρχία. Στο πρώτο παιδί, αν ήταν αγόρι, δινόταν το όνομα του παππού, αν ήταν κορίτσι το όνομα της γιαγιάς (καλομάνα).
Το όνομα του δεύτερου παιδιού και των υπόλοιπων παιδιών, το έδινε ο νονός ή η νονά ο «δεξάμενος ή η δεξαμέντσα» τους οποίους όλη η οικογένεια τιμούσε και τιμά με αίσθημα σεβασμού. Συνήθεια που σπανίζει στην εποχή μας.
Σε περίπτωση που πιο πριν πέθαιναν νεογέννητα παιδιά της οικογένειας, τότε στα άλλα παιδιά έδιναν το όνομα Ευστάθιος, Ναζή.
Το βάπτισμα γινόταν πάντοτε στην εκκλησία. Η μητέρα του παιδιού δεν πήγαινε στην εκκλησία για τη βάπτιση και έτσι στην επιστροφή ο κουμπάρος έφερνε το παιδί στο σπίτι. Για να πάρει η μητέρα το παιδί από το νονό έκανε τρεις μετάνοιες. Στις ημέρες μας παραμένει αυτή η πράξη σεβασμού. Μετά το μυστήριο ακολουθούσε τραπέζι με γλέντι στο σπίτι των γονέων. Ο νονός αναλάμβανε τα έξοδα της βάπτισης και αντάλλασσε δώρα με τους γονείς. Είχε την υποχρέωση να κάνει τα πρώτα ρούχα στο βαπτιστικό του και αργότερα ολόκληρη τη φορεσιά στην εφηβεία ή να του δωρίσει χρήματα.

Στις τρεις μέρες μετά τη βάπτιση γινόταν η απόλουση του βρέφους για να καθαριστεί από το λάδι. Τότε οι παρευρισκόμενοι έριχναν χρήματα μέσα στη σκάφη. Μια βδομάδα μετά τη βάπτιση οι γονείς για να τιμήσουν τον κουμπάρο παρέθεταν τραπέζι στον ίδιο και στην οικογένειά του.  











ΠΟΝΤΙΟΙ Ή ΡΩΣΟΠΟΝΤΙΟΙ ?

ΠΟΝΤΙΟΙ Ή ΡΩΣΟΠΟΝΤΙΟΙ ;

Η γενοκτονία των Ποντίων, που θεωρείται η μεγαλύτερη του αιώνα, ξεκίνησε το 1916 κι ο επίλογος της γράφτηκε με την μικρασιατική καταστροφή. Τα θύματα ξεπέρασαν τις 353.000 κι όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν από το μένος των Τούρκων, πρόσφυγες πλέον ξεριζωμένοι από τον τόπο τους, βρήκαν καταφύγιο στην Ελλάδα. Υπολογίζεται ότι ήταν περίπου 400.000 αυτοί που έφθασαν στην Ελλάδα, ενώ οι υπόλοιποι κατέφυγαν στην Νότια Ρωσία.

Παρά τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, κάτω από τις οποίες ζούσαν στην Ρωσία, κατάφεραν να διατηρήσουν τη γλώσσα και την θρησκεία τους. Με την εργατικότητα τους, συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη των περιοχών στις οποίες είχαν εγκατασταθεί.

ΠΟΝΤΙΟΙ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

Ο πληθυσμός τους αυξήθηκε πολύ γρήγορα κι έτσι αναγκάσθηκαν να επεκταθούν στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας.

Οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων σήμερα, μετά από όλα αυτά που πέρασαν οι πρόγονοί τους, αμφισβητούνται σε πολλές περιπτώσεις για την ελληνική τους καταγωγή. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι οι ίδιοι οι Πόντιοι, για να ξεχωρίσουν αυτούς που ζούσαν στην Γεωργία και την Νότια Ρωσία, τους ονόμαζαν Καυκάσιους. Αυτό όμως δεν αναιρεί την καταγωγή τους.

Από την δεκαετία του ’60, αρχίζουν να έρχονται και να εγκαθίστανται στην Ελλάδα που την θεωρούν πατρίδα τους, γιατί νιώθουν και είναι 'Ελληνες.  Δυστυχώς όμως, στην ίδια τους την πατρίδα δέχτηκαν τον μεγαλύτερο ρατσισμό.
Εξ΄αιτίας του μεγάλου προβλήματος που δημιουργήθηκε με κάποιες παράνομες ελληνοποιήσεις, ατόμων για τις οποίες ευθύνεται και το Ελληνικό κράτος, έφθασαν στο σημείο να ταλαιπωρούνται από τις Ελληνικές αρχές και οι ίδιοι οι Πόντιοι, μέχρι να αποδείξουν την ελληνική τους καταγωγή.

Κάπως έτσι καθιερώθηκε ο όρος «Ρωσοπόντιος», ο οποίος κατέληξε να είναι ρατσιστικός και υποτιμιτικός. Ακόμη κι αυτοί που εξακολουθούν να ζουν στην Ρωσία δεν μπορούν παρά να χαρακτηρίζονται « Έλληνες του Πόντου».


Το ότι γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε μια χώρα, σίγουρα επηρεάζει τον τρόπο που ζούμε, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει την πολιτιστική μας ταυτότητα και τις ρίζες μας. Οι Έλληνες του Πόντου όχι μόνο διατήρησαν την ποντιακή παράδοση, τα ήθη και έθιμα, τη μουσική και τους χορούς τους, αλλά προσπαθούν μέχρι και σήμερα να τα μεταδώσουν και στους άλλους λαούς με τρόπο αξιοζήλευτο.

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ













ΠΟΝΤΙΟΙ ΚΑΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ

                          ΠΟΝΤΙΟΙ ΚΑΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ !
                       ΓΙΑΤΙ ΜΟΙΑΖΟΝ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ;

Στην ναυτική εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά το 960μ.Χ, η οποία είχε σαν στόχο να εκδιώξει τους Σαρακηνούς από την Κρήτη, πήραν μέρος στρατιώτες από τον Πόντο και τότε εγκαταστάθηκαν εκεί οι πρώτοι μετανάστες. 

Οι εσωτερικές μεταναστεύσεις  συνεχίστηκαν  για πολλούς αιώνες. Όπως αναφέρεται ιστορικά, το Φεβρουάριο του 1414, ο αρχηγός των Τραπεζούντιων, ζήτησε να εγκατασταθούν στην Κρήτη 880 οικογένειες από την Τραπεζούντα του Πόντου.

Έτσι χτίστηκε ένα χωριό κοντά στην Σητεία και ονομάστηκε Τραπεζούντα. Το 1648 το χωριό καταστράφηκε και σήμερα υπάρχουν μόνο λίγα ερείπια.
Υπάρχουν κι άλλα χωριά, των οποίων οι ονομασίες έχουν ρίζες Ποντιακές.
                                                                                                                            Πολλοί ήταν οι Πόντιοι που μετανάστευσαν στην Κρήτη μετά την άλωση της Τραπεζούντας το1461. Aκόμη και στην επανάσταση του 1821, Πόντιοι πολέμησαν στην Κρήτη, όπως ο Αλέξης Μαυροθαλασσίτης, ο οποίος έπεσε σε μάχη και θάφτηκε στα Κρητικά χώματα.

Με την Μικρασιατική καταστροφή και την γενοκτονία των Ποντίων το 1922, πολλοί Πόντιοι κατέφυγαν στην Κρήτη και έμειναν για πάντα εκεί, βρίσκοντας αγάπη και θαλπωρή από τους φιλόξενους κατοίκους της.   
                                                                                                                               Όμως πέρα από τα ιστορικά στοιχεία που τους ενώνουν, υπάρχει πραγματική αγάπη μεταξύ τους. Αυτό γίνεται φανερό όταν τυχαίνει να συναντηθούν Πόντιοι με Κρητικούς σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις. Πολύ συχνά μάλιστα, σύλλογοι Ποντίων και Κρητών, οργανώνουν από κοινού εκδηλώσεις πολύ επιτυχημένες και εντυπωσιακές.





Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Εβραϊκή Συναγωγή Κομοτηνής
Η Εβραϊκή Συναγωγή Κομοτηνής η οποία ονομαζόταν Μπετ Ελ (που σημαίνει Ο οίκος του Θεού) ήταν μια Εβραϊκή συναγωγή μέσα στο Φρούριο Κομοτηνής η οποία χρονολογούνταν από τα μέσα του 19ου αιώνα ή νωρίτερα από τον 18ο αιώνα . Βρισκόταν στην αρχή της οδού Αυτοκράτορος Θεοδοσίου, ακριβώς απέναντι από τον Ναό Κοιμήσεως της Παναγίας. Το 1983 είχε χαρακτηριστεί ως διατηρητέα από την 4η Εφορεία νεωτέρων μνημείων αλλά τον Απρίλιο 1994 αποφασίστηκε η κατεδάφισή της.

Το κτήριο της συναγωγής είχε μοναδική αρχιτεκτονική στο χώρο των Βαλκανίων και ο τύπος αυτής της συναγωγής υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη και τη Προύσσα [3]. Είχε κεντρικό τρούλο όπου από κάτω βρισκόταν τοποθετημένο το Βήμα. Στο εσωτερικό περιείχε μια σειρά από κίονες οι οποίοι κυκλικά στήριζαν την οροφή. Το Ιερό "Εχάλ" βρισκόταν στο ανατολικό τοίχο.

Στην Κομοτηνή η περιοχή στο Φρούριο (όπου βρισκόταν η συναγωγή) ήταν γνωστή μέχρι τον Β Παγκόσμιο πόλεμο με την ονομασία "τα εβραίικα του Καλέ". Κατά την διάρκεια της Κατοχής (1941-44) ξεγυμνώθηκε η επίπλωση της συναγωγής και αργότερα για κάποια χρόνια χρησιμοποιήθηκε το κτήριο ως σταύλος.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Σαρακατσάνοι

      

Σαρακατσάνοι


Γενικές Πληροφορίες


Ένα πανάρχαιο ελληνικό φύλο, οι Σαρακατσαναίοι ,διασκορπίστηκαν το 18ο αιώνα ,στα χρόνια του Αλή Πασά σε όλη την Ελλάδα. Ως νομάδες κτηνοτρόφοι μετακινούνταν διαρκώς, το καλοκαίρι στα βουνά, στους κάμπους το χειμώνα. .Κοιτίδα των Σαρακατσάνων ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ. Η γλώσσα τους, ελληνική με στοιχεία της Αρχαιοελληνικής διαλέκτου. Σε αντίθεση με τα έθιμα τους ,κανόνων συμπεριφοράς και διαβίωσης αποδεικνύει την πανάρχαια ελληνικότητά τους.


Η οικονομική και κοινωνική ζωή των Σαρακατσαναίων ήταν οργανωμένη με ένα είδος συνεταιρισμού, το «Τσελιγκάτο», για την καλύτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Ο τσέλιγκας (αρχιποιμένας) ήταν ο αρχηγός, ο οποίος αναλαμβάνει οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Η Σαρακατσάνικη οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της. Η εκπαίδευση τους ήταν στοιχειώδης, λόγω των συνεχών μετακινήσεών τους. Αλλά η πίστη τους στα θρησκευτικά και λατρευτικά έθιμα, καθώς και στις παραδόσεις, ήταν μεγάλη.


Μεγάλη είναι και η συμβόλη τους στην επανάσταση του 1821. Αλλά και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα η συμμετοχή τους υπήρξε αμέριστη .Επίσης αντιστάθηκαν σε όλους τους κατακτητές.


Από τη δεκαετία του 1950 και μετά οι Σαρακατσιαναίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τα βουνά, εγκαταστάθηκαν σε πόλεις και χωριά και ασχολούνται με κάθε είδους επαγγέλματα. Όμως, οι αρχές τους και οι αξίες της ζωής δεν άλλαξα


Προέλευση ονόματος



Ως προς την ονομασία των Σαρακατσάνων υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Σύμφωνα με την επικρατέστερη από αυτές, το όνομα Σαρακατσάνος έχει τουρκική προέλευση και είναι σύνθετη λέξη αποτελούμενη από το kara (καρά) που σημαίνει «μαύρος, μαυροντυμένος» και το kacan (κατσάν) που σημαίνει «φυγάς, ανυπότακτος». Ο λόγος για την ονομασία αυτή είναι ότι οι Σαρακατσάνοι μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης φορούσαν μαύρη ενδυμασία ως ένδειξη πένθους. Επίσης κατέφυγαν ως κλέφτες στα βουνά ώστε να μην υποταχθούν στον κατακτητή και να τον πολεμούν από εκεί. Έτσι οι Τούρκοι τους προσέδωσαν την ονομασία Καρακατσάν, δηλαδή «μαύρος φυγάς». Οι ίδιοι οι Σαρακατσάνοι άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτό το όνομα μετά το 1812, το οποίο είναι σχετικά νέο.


Πότε ήρθαν στην Κομοτηνή;:






Οι Σαρακατσάνοι εγκαταστάθηκαν στην Κομοτηνή και πιο συγκεκριμένα στις Σάπες το 1947 σχεδόν υποχρεωτικά, αφού έτσι είχε αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση. Όταν ήρθαν στις Σάπες ηταν η σκληρή περίοδος του άγριου σπαραγμού του Εμφυλίου Πολέμου. Κυρίως τις νυχτερινές ώρες τα αντάρτικα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού πραγματοποιούσαν συχνά επιδρομές στα χωριά και με τη βία, άλλοτε έπαιρναν εφόδια για τις ανάγκες τους (τρόφιμα-ζώα) και άλλοτε έπαιρναν άνδρες και κορίτσια πολλοί από αυτούς δεν ξαναγύρισαν ποτέ πίσω στις οικογένειές τους. Τα κορίτσια τα έστελναν σε διάφορες ανατολικές χώρες .Ο στρατός τότε δεν αρκούσε να προστατεύσει τους κατοίκους των οικισμών. Για το λόγο αυτό δόθηκε εντολή όλοι οι κάτοικοι των γύρω χωριών να έρθουν στις Σάπες και να εγκατασταθούν προσωρινά σε κατοικίες των ντόπιων, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν ένα τμήμα της κατοικίας τους για τη φιλοξενία τους, που κράτησε περίπου δύο χρόνια. Ως τη λήξη δηλαδή της εμπόλεμης κατάστασης. Μετά από δύο χρόνια περίπου, το 1949, οι οικογένειες των Σαρακατσάνων άρχισαν να φτιάχνουν τις παραδοσιακές σαρακατσάνικες καλύβες σε διάφορες τοποθεσίες, κυρίως στα βορειοανατολικά όρια των Σαπών.


Καταγωγή:


Η καταγωγή των Σαρακατσάνων έχει απασχολήσει τους ερευνητές, ιστορικούς, γλωσσολόγους και λαογράφους, με μία μεγάλη μερίδα από αυτούς να αποφαίνεται πως οι Σαρακατσάνοι είναι ελληνικό φύλο, καταγόμενο πιθανώς από παλαιούς ποιμενικούς πληθυσμούς. Μια δημοφιλής θεωρία που βασίζεται στη γλωσσολογία και τον υλικό πολιτισμό τους, υποστηρίζει ότι οι Σαρακατσάνοι κατάγονται από δωρικά φύλα, τα οποία έμειναν απομονωμένα για αιώνες στους ορεινούς όγκους της ηπειρωτικής Ελλάδας.


Ήθη και έθιμα των Σαρακατσαναίων


Οι Σαρακατσάνοι εδώ και τόσα χρόνια μένουν γερά δεμένοι με τις ρίζες του και δεν αποχωρίζονται τα έθιμα του. Ολόκληρη η ζωή των Σαρακατσάνων, θα λέγαμε, ότι περικλείεται σε τρεις μονάχα λέξεις: Στράτα, βουνά, χειμαδιά. Ο ρόλος της γυναίκας σ’ αυτή την κοινωνία ήταν αυστηρά προσδιορισμένος. Αν και δεν μάθαινε γράμματα, αυτή αναλάμβανε τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, σύμφωνα με όσα έχει διδαχτεί. Η διδαχή αυτή, χωρίς ξένες επιδράσεις, έφτανε από γενιά σε γενιά, ίδια και απαράλλαχτη, βασισμένη στις θεμελιώδεις αξίες της σαρακατσάνικης ηθικής.


Έθιμο γάμου


Οι Σαρακατσάνοι ακολουθούσαν αυστηρά την παράδοση και παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους. Η ενδογαμία αυτή συνέβαλε στη διατήρηση της κλειστής κοινωνίας, των εθίμων και του τρόπου ζωής τους. Οι γάμοι γίνονταν με συνοικέσιο, που κανόνιζαν οι γονείς των μελλονύμφων. Αφού αποφασιζόταν το συνοικέσιο και γινόταν κάποιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπλεκομένων οικογενειών, έδιναν “λόγο” και σε λίγες ημέρες γινόταν ο αρραβώνας “σύβασμα”, μια ιερή υπόσχεση, που η διάλυσή του ήταν μεγάλη προσβολή για ολόκληρο το σόι. Γινόταν χωρίς την παρουσία των νέων, με την ανταλλαγή ενός κόκκινου μαντηλιού, που είχε επάνω το δαχτυλίδι. Στην κοπέλα δεν γνωστοποιούσαν επίσημα τον αρραβώνα, ενώ απεναντίας γίνονταν πανηγυρικά γνωστός στο γαμπρό και μάλιστα με ντουφεκιές. Αμέσως μετά τον αρραβώνα, όριζαν και την ημέρα του γάμου, που συνήθως γινόταν το φθινόπωρο και πριν από τα Χριστούγεννα, δηλαδή πριν αρχίσει ο “γέννος”, και το καλοκαίρι, κυρίως τ’ ΆιΛιά.


Προίκα δεν έδιναν οι Σαρακατσαναίοι, ή καλύτερα δεν τη ζητούσαν, καθώς γι΄ αυτούς μετρούσε πάνω απ΄ όλα ο άνθρωπος. Τα έθιμα του σαρακατσάνικου γάμου, η λεγόμενη “χαρά”, που διαρκούσε οκτώ μέρες, ήταν πάρα πολλά και αποτελούσαν ένα μοναδικό στο είδος τους θέαμα. Ήταν ένα γεγονός που έσπαγε, άλλωστε, τη μονοτονία της καθημερινότητας.


Ενδεικτικά θα αναφέρουμε τα καλέσματα, που ήταν απαραίτητα, αφού κανείς δεν πήγαινε στο γάμο απρόσκλητος. Άλλο ένα συμβολικό έθιμο ήταν τα προζύμια, που τα έπιαναν τρία παιδιά (δύο αγόρια και ένα κορίτσι ).


Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν ο αποχαιρετισμός της νύφης, αφού επρόκειτο για πραγματική απομάκρυνση από το πατρικό σπίτι. Τη Δευτέρα του γάμου, ακολουθούσε ο χορός της νύφης.



΄΄ Ο Φλάμπουρας΄΄




Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, ήταν το ράψιμο του φλάμπουρα, που αποτελεί και την επίσημη αρχή του γάμου. Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Ν. Έβρου, το ξύλο του φλάμπουρα ήταν από αγριοτριανταφυλλιά (μαλιαροκολιά). Στο πάνω άκρο σχηματίζονταν σταυρός, στου οποίου τα τρία άκρα στερέωναν τρία μήλα, σύμβολο της γονιμότητας. Το ξύλο του φλάμπουρα τυλίγονταν με πολύχρωμες δαντέλες, ενώ το κύριο μέρος του ήταν η ελληνική σημαία, στολισμένη με φρέντζες και κορδέλες, φούντες και “χαρχαγγέλια”, τα οποία χτυπούσαν, όταν τον κουνούσαν στον χορό. Το ράψιμο του φλάμπουρα γινόταν από τον μπράτιμο, κοντινό άνθρωπο του γαμπρού, συνήθως αδελφός ή ανεψιός με μάνα και πατέρα, ενώ οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν:


Μετά το πέρας του ραψίματος, οι παρευρισκόμενοι κερνούσαν τον φλάμπουρα, με πρώτο τον μπράτιμο, και έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:






Συ κύριε μπράτιμε


ράψε τον φλάμπουρα καλά


θα γείρει ράχες και βουνά


θα τον ξεσκίσουν τα κλαριά


θα τον γελάει η πεθερά


δεν θα μας δώσει τα προικιά.


Τίνος είν’ το μπαϊράκι


Τ’ άξιο και το κόκκινο






Του γαμπρού είν’ το μπαϊράκι


Τ’ άξιο και το κόκκινο


Ποιος το φτιάνει, ποιος το στήνει


Ποιος το ομορφοκοκκινίζει


Ο πατέρας μου το φτιάνει


Και το κατακοκκινίζει


Η μανούλα μου το φτιάνει


Και το ομορφοκοκκινίζει






Κέρνα μπράτιμε κέρνα


κέρνα το μπαϊράκι


κέρνα το μπαϊράκι


και δώσ’ του ένα φλουράκι


κέρνα πατέρα κέρνα


κέρνα το μπαϊράκι


κέρνα το μπαϊράκι


και δώσ’ του ένα φλουράκι


κέρνα μανούλα κέρνα


κέρνα το μπαϊράκι


κέρνα το μπαϊράκι


και δώσ’ του ένα φλουράκι.


Στο τέλος έστηναν χορό και “χόρευαν” τον φλάμπουρα.


Η αδελφοποιΐα


Η δημιουργία αδελφικού δεσμού στους Σαρακατσαναίους ήταν δυνατό έθιμο, που οι ρίζες του χάνονται στα βάθη των αιώνων. Το έθιμο αυτό αναπτύσσεται ιδιαίτερα στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο δεσμός γινόταν μεταξύ ατόμων, που δεν έχουν συγγένεια αίματος, με την ίδια θρησκεία και τις σχέσεις τους να διέπονται από ισόβια υποχρέωση αλληλοβοήθειας, αλληλεγγύης και αυταπάρνησης.


Η επισημοποίηση γινόταν σε μια “μαγική” τελετή, με θρησκευτικό χαρακτήρα και με συμβολικές πράξεις, όπως ανάμειξη αίματος, ανταλλαγή όπλων, περίζωση με την Αγία Ζώνη κ.ά. Μέχρι το 1920, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, στο βουνό Ρίλα (Βουλγαρία), οι Σαρακατσαναίοι πιανόταν σταυραδέλφια, κάθε χρόνο στις 29 Αυγούστου, την ημέρα που γιόρταζε η Μονή.


Σαρακατσάνικο Γκουρμπάνι


Το Γκουρμπάνι ήταν μια εκδήλωση των Σαρακατσάνων με κύριο σκοπό την ευμενή επίδραση της θρησκείας, που αντιπροσωπεύει δυνάμεις, οι οποίες πρέπει να εκδηλωθούν για το καλό του τσελιγκάτου, της οικογένειας ή ενός προσώπου, ανάλογα το που ήταν ταμένο το “γκουρμπάνι”.


Το “τάμα” γινόταν σε κάποιον άγιο, που πολλές φορές συνέπιπτε με το όνομα του εορτάζοντα, για να έχουν την εύνοιά του. Οι γιορτές, που κατά κύριο λόγο έταζαν το “γκουρμπάνι” οι Σαρακατσάνοι, ήταν κατά προτίμηση της Παναγίας, των Αγίων Αποστόλων, του Προφήτη Ηλία, του Άι Δημήτρη και του Άι Γιώργη.


Στο “τάμα” έσφαζαν ένα αρσενικό αρνί, που το έψηναν στο γάστρο και καλούσαν τους γείτονες να το φάνε όλοι μαζί, πίνοντας ρακί ή κρασί. Τα ψητά και τους διάφορους μεζέδες (όχι μεγάλη ποικιλία) τα έβαζαν σε τάβλες, που είχαν στρώσει μέσα στο καλύβι.


Οι καλεσμένοι, αφού χαιρετούσαν δίνοντας ευχές στον εορτάζοντα, καθόταν γύρω-γύρω στο καλύβι, έχοντας μπροστά τους την τάβλα. Επάνω στην τάβλα έβαζαν σαν πρώτο μεζέ λίγες καραμέλες για τον καθένα. Αφού μαζεύονταν οι καλεσμένοι, άρχιζαν το τραγούδι, πίνοντας ρακί από το παγούρι, όλοι με τη σειρά.


Τα τραγούδια που άρχιζαν το γκουρμπάνι “τα γκουρμπανίσια τραγούδια” όπως τα έλεγαν, ήταν ευχές για τον εορτάζοντα και ήταν καθορισμένα.










ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/406#ixzz3qGUvPjJ3


https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CE%B9


http://oisapes.mysch.gr/topos/sarakatsanoi.html



Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

ΠΟΝΤΙΟΙ

                                               ΠΟΝΤΙΟΙ


Πόντιοι ονομάζονται οι Έλληνες που κατάγονται από την περιοχή του Πόντου δηλαδή τα νότια παράλια της Μαύρης θάλασσας (Εύξεινος Πόντος), στη σημερινή βορειοανατολική Τουρκία.
Η παρουσία Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου ανάγεται από την αρχαιότητα μέχρι τους νεότερους χρόνους οπότε η πλειονότητά τους (οι χριστιανοί Πόντιοι) μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, με την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Όσοι Πόντιοι είχαν μεταναστεύσει στην Ρωσική Αυτοκρατορία μετά από ένα σύντομο διάστημα ακμής που ακολουθήθηκε από σκληρούς διωγμούς από το σταλινικό καθεστώς, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν αργότερα στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση της Ένωσης. 
  

Η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη περίοδο 1914-1918 και η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, οδήγησε σε τεράστιες μετακινήσεις Ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και τον Πόντο κυρίως προς την Ελλάδα και τη Ρωσία. Από αιώνες ήδη άκμαζαν και μεγαλουργούσαν, στη Ρωσία και τις χώρες της Μαύρης θάλασσας, αρκετοί Έλληνες επιδιδόμενοι στο εμπόριο και τη ναυτιλία γι’αυτό και ήταν δελεαστικοί τόποι νέας εγκατάστασης στους πρόσφυγες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά και μετά τη διάλυσή της. Ο Ελληνισμός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας προήλθε από ποικίλα κύματα μεταναστών και φυγάδων, που κατέφευγαν στις Ρωσικές χώρες (της νότιας Ρωσίας και κυρίως του Καυκάσου) στα τέλη του 18 αιώνα, σε ολόκληρη τη διάρκεια του 19 αιώνα και στις αρχές του 20 αιώνα. Σύμφωνα με τη σοβιετική απογραφή του 1989 κατοικούσαν στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ 358.000 Έλληνες, οι οποίοι αποτελούσαν αναγνωρισμένη μειονότητα, από διάφορες πηγές εκτιμάται όμως ότι ο πραγματικός αριθμός το 1989 πλησίαζε τα 500.00 άτομα.

ΠΟΝΤΙΟΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ
























Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ.ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ.

«Έφτυσα στο στόμα του παιδιού μου για να το ξεδιψάσω». Συγκλονιστικές μαρτυρίες από Μικρασιάτες πρόσφυγες για τον ξεριζωμό και τον ρατσισμό ...

Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα ξεχάσω ποτέ τη φράση ενός πατέρα-πρόσφυγα σε κάποιο νησί του Β. Αιγαίου, λίγο μετά την άφιξή τους εκεί, το ’22, κυνηγημένοι, καταταλαιπωρημένοι, με τον θάνατο στα μάτια, να ζητάει από τους ντόπιους λίγο νερό για το παιδί του και κανείς να μη του δίνει, έγραψε η καλή μας φίλη από τη Θεσσαλονίκη και μας παρότρυνε να διαβάσουμε τη νέα ιστοσελίδα με ιστορίες προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Εκεί βρήκαμε την συγκλονιστική μαρτυρία της 92χρονης γιαγιάς Κατίνας από τη Μικρά Ασία που αφηγήθηκε τη συγκλονιστική της ιστορία στα δισέγγονα της, λίγες μέρες προτού φύγει από τη ζωή....



 Η πρώτη προσφυγιά: από το Θηβάσιο στην Προύσα “Γεννήθηκα το 1918. Φύγαμε το 1921, ξημέρωμα του νέου έτους. Ήμουν τριών χρονών. Φύγαμε κρυφά, δύο η ώρα τα ξημερώματα, μ’ένα πουλαράκι, που είχε αγοράσει ο θείος. Το πουλάρι το μικρό τι μπορεί να φορτωθεί; Δεν υπήρχαν ζώα γιατί τα είχε επιτάξει ο στρατός. Φορτώσαμε λοιπόν ορισμένα ρούχα και ξεκινήσαμε με τα πόδια να πάμε στην Προύσα. Δεν ξέρω πόσα χιλιόμετρα απέχει η πατρίδα μας, το Θηβάσιο. Θηβάσιο λέγεται στα ελληνικά, Σογιούντ στα τούρκικα που σημαίνει «ιτιά», γιατί είχε πολλά νερά και πολλές ιτιές. Τη νύχτα την περάσαμε σ’ένα άλλο χωριό, ήταν κι ο ελληνικός στρατός εκεί. Το πρωί ο στρατός μαγείρεψε πιλάφι και μοίρασε και στον κόσμο. Δεν ήμασταν μόνο εμείς που φύγαμε, ήταν κι άλλοι. Φοβήθηκε ο κόσμος, κι όποιος είχε τη δυνατότητα να φύγει, έφευγε. Βάζει η μητέρα στο στόμα το φαΐ και λέει «αδερφή, γίναμε πρόσφυγες!». Το φαΐ ήταν μαγειρεμένο με ελαιόλαδο. Αυτές μαγειρεύανε με βούτυρο, το ελαιόλαδο το είχαν μόνο για σαλάτα! «Ποπό αδερφή μου γίναμε πρόσφυγες από τώρα!» Την άλλη μέρα φτάσαμε στην Προύσα. Πήγαμε και μείναμε σ’ ένα τζαμί, μαζί με άλλους πατριώτες μας. Πού να πηγαίναμε! Μετά από κάμποσες μέρες βρήκαμε σπίτι. Σιγά-σιγά η μητέρα μου και η θεία μου ‘καναν νοικοκυριό εκεί. Αγοράσανε ξανά ρουχισμό, στρώματα, παπλώματα, ό,τι χρειαζόντουσαν. ...

“Κάποια φορά, η μητέρα με το Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι; Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα;” ...



Η δεύτερη προσφυγιά: από την Προύσα στην Ελλάδα Από την Προύσα φύγαμε το Σεπτέμβριο του ’22, όταν κατέρρευσε το μέτωπο. Ένας γνωστός μας στρατιωτικός ειδοποίησε να τα μαζέψουμε και να κατεβούμε στην παραλία για να μας φυγαδέψει. Ήρθαν τα καράβια, τα γαλλικά, τα εγγλέζικα. Γέμισε η παραλία με κόσμο. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος έπεσε στην πλατφόρμα και περνούσαν από πάνω της! Το βγάλανε το παιδί, αυτή όμως πέθανε. Με είχε εμένα η μητέρα στην αγκαλιά και καθόταν στην πλατφόρμα άκρη-άκρη εκεί στη θάλασσα, κι έλεγε αν έρθουν να μας σφάξουν, να πέσει με το παιδί της στη θάλασσα. Ο δε αδερφούλης μου, ο Ζαχαρίας, άφαντος! Πού να πάει η μητέρα μέσα στον πανζουρλισμό να ψάχνει το παιδί! Κάποια στιγμή ήρθε και τη βρήκε.«Βρε, που ήσουνα;» «Πήγα να κολυμπήσω!». Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα! Το βάζει το μυαλό σου; Την άλλη μέρα, πλησίασε ένα ελληνικό καράβι. Μπήκαμε μέσα, βρήκαμε μια θέση να καθήσουμε. Μια οικογένεια έστρωσε να φάνε. Λένε στη θεία Ελένη: εσύ έχεις ένα παγούρι νερό, δώσε μας να πιούμε και να πάμε να σας φέρουμε . Απ’ το καράβι, όμως, πού να φέρεις νερό; Το’ δωσε η θεία και μείναμε χωρίς νερό. Η μάνα μου έπαθε αφυδάτωση. Ο ξάδερφός μου, ο Σωτήρης, με το Ζαχαρία να πηγαίνουν στις μηχανές και να βάζουν κυπελλάκια να μαζέψουν τα υγρά που πέφτανε, να της φέρουν να πιεί. Βγήκαμε στη Ραιδεστό με το καράβι, κατεβήκαμε και ξανά πάλι στο τρένο για την Αδριανούπολη. Ο κόσμος εκεί είχε ξεσηκωθεί να υποδεχτεί τους πρόσφυγες, αλλά έγινε φασαρία με τους Τούρκους, κι αναγκαστήκαμε να μπούμε πάλι στα τρένα. Δεν χωρούσανε όλοι κι ανεβήκανε ακόμα και πάνω στις σκεπές. Κι έτσι ήρθαμε στην Ελλάδα… Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα που μένανε παλιά οι Άγγλοι στρατιώτες στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Εκεί πάλι, είχαν αφήσει πολεμοφόδια. Κάθε μέρα γίνονταν εκρήξεις. Πεθαίνανε παιδιά που πειράζανε ό,τι βρίσκανε. Έσκαγαν οι οβίδες και είχαμε θανάτους πολλούς. Κάποια φορά, η μητέρα με τον Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι;...


Η εγκατάσταση στην Ελλάδα: τα πρώτα χρόνια και ο ρατσισμός Κι έτσι πήγαμε στα Σέρρας – μας είχαν πει ότι εκεί είχε άδεια σπίτια – και στην αρχή μείναμε σ’ ένα αρχοντικό. Του «Αλή πασά», έτσι το λέγανε. Στη σάλα καθόταν μια οικογένεια, στα δωμάτια μια άλλη… Στη συνέχεια χτίσαμε σπίτι, αλλά ούτε παράθυρα ούτε κουφώματα είχε γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Το μισό δωμάτιο δεν είχε πάτωμα. Φέρνανε ξυλεία αλλά πού να φτάσει για όλον αυτό τον κόσμο που ήθελε να χτίσει! Αλλά κι αφού ήρθαμε στα Σέρρας, οι ντόπιοι δε μας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη για το τσάι και δεν του δίναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να, ο ρατσισμός πώς ήταν! Εγώ μέχρι που τέλειωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό κι ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόμικς, ούτε γραμματική είχα, τα μαθηματικά μας τα ‘λεγαν προφορικά και τα σημειώναμε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε και μουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν μπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαμε στην πατρίδα!”....

 Όπως γράφει η συγγενής της γιαγιάς Κατίνας από τη Μικρά Ασία: “Η παραπάνω ιστορία είναι απομαγνητοφώνηση αποσπασμάτων της διήγησης της Κατίνας Εμφιετζή-Μητσάκου ή αλλιώς της «θείας Κατίνας», όπως τη φωνάζαμε όλοι. Στην πραγματικότητα, η θεία Κατίνα δεν ήταν «θεία» αλλά «προγιαγιά», γιατί ήταν πρώτη εξαδέρφη του προπάππου μου Σωτήρη Τσεσμετζή. Η θεία Κατίνα έφυγε από τη Μικρά Ασία σε ηλικία τριών ετών μαζί με τη μητέρα της Αναστασία, το αδερφό της Ζαχαρία και την οικογένεια των θείων της Χρήστου και Ελένης Τσεσμετζή, γονιών του προπάππου μου. Ο πατέρας της, Ιορδάνης Εμφιετζής, εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό, επειδή ως τούρκος υπήκοος κλήθηκε να υπηρετήσει σ’ αυτόν, λιποτάκτησε και τον συλλάβανε. Συνεπώς, όλα αυτά που διηγείται είναι ό,τι άκουγε από τις αφηγήσεις της μητέρας της. Η αφήγηση μαγνητοφωνήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2010. Στις 13 Ιανουαρίου, λίγες μέρες μετά, η θεία Κατίνα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, μετά από ατύχημα και τραυματισμό στο κεφάλι. Μέχρι τα τελευταία της είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος”....

Μικρασιατική καταστροφή

Με τον όρο Μικρασιατική καταστροφή[1] περιγράφεται περισσότερο η τελευταία φάση της Μικρασιατικής εκστρατείας, δηλαδή το τέλος του "ελληνοτουρκικού πολέμου του 1918-22", η φυγή από την Τουρκία της ελληνικής διοίκησης, που είχε εγκατασταθεί στα δυτικά μικρασιατικά παράλια, στη Σμύρνη, κατά τη Συνθήκη των Σεβρών, (αμέσως μετά την ανακωχή του Μούδρου), όπως και η σχεδόν άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την κατάρρευση του μετώπου και η γενικευμένη πλέον εκδίωξη μεγάλου μέρους τους ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία, που είχε όμως ξεκινήσει πολύ νωρίτερα (δείτε σχετικά Συνθήκη του 1914, που είχε συνομολογήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος) και που είχε διακοπεί με την "ανακωχή του Μούδρου".
Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, μετά τη Καταστροφή της Σμύρνης και τηςΑνακωχής των Μουδανιών, που συνομολογήθηκε στην ομώνυμη πόλη (11 Οκτωβρίου 1922), και την ένα μήνα μετά εκκένωση της χερσονήσου της Καλλίπολης (στις 11 Νοεμβρίου) από τους εκεί Έλληνες, καθώς και αργότερα με την "υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών" (1922-24) από όλη τη Μικρά Ασία και τον ερχομό 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων στην Ελλάδα, να επιφέρουν την τελεία καταστροφή του Θρακικού και Μικρασιατικού ελληνισμού μαζί με του Πόντου.
Ο πλήρης απολογισμός της καταστροφής αυτής που συντελέσθηκε ιστορικά σε δύο περιόδους, (αμφότερες τετραετίες), 1914-1918 και 1920-1924 είναι πράγματι πολύ δύσκολος. Οι αρπαγές και οι λεηλασίες σπιτιών και περιουσιών, οι γεωργικές και κτηνοτροφικές καταστροφές, το γκρέμισμα σχολείων, ναών και άλλων ευαγών ιδρυμάτων, η χρεοκοπία και καταστροφή βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων με τον παράλληλο ευτελισμό κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας που περιλαμβάνονται μαρτυρικοί βασανισμοί αιχμαλώτων, βιασμοί και ηθική οδύνη υπό το κλίμα του τρόμου και της απειλής του θανάτου, αλλά και οι ατέλειωτες πορείες αιχμαλώτων, στα περιώνυμα "τάγματα εργασίας", με άγνωστο αριθμό ανθρώπων που χάθηκαν σ'αυτά, οι σφαγές, οι θηριωδίες μέχρι και οι εκτελέσεις επί των αποφάσεων των τουρκικών Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας δεν έχουν μέχρι σήμερα ερευνηθεί πλήρως.



Ήθη και έθιμα των προσφύγων

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ - ΕΘΙΜΟ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ

Προέρχεται από το κλήδων = μάντεμα, προφητεία. Γινόταν στις 24 Ιουνίου στη γιορτή του Αϊ-Γιαννιού.
Ο γιορτασμός αρχίζει από την παραμονή με τις μεγάλες φωτιές που ανάβονται και τις πηδούν ακόμη και τα παιδιά. Κατόπιν φέρνουν οι ανύπαντρες κοπέλες από το πηγάδι το αμίλητο νερό και το αδειάζουν σε ένα πήλινο δοχείο, ρίχνοντας μέσα κι από ένα 'ριζικάρι', κάποιο προσωπικό, συνήθως πολύτιμο, αντικείμενο. Σκεπάζουν έπειτα το πήλινο δοχείο και το αφήνουν όλη νύχτα κάτω από τον ξάστερο ουρανό. Πηγαίνουν τότε όλες για ύπνο και ονειρεύονται τον άντρα που θα παντρευτούν.
Την επόμενη μέρα ανοίγεται με τραγούδια το δοχείο και καθώς η κάθε μία παίρνει πίσω το αντικείμενο που της ανήκει, ακούγεται κι από ένα δίστιχο, το περιεχόμενο του οποίου έχει κάποια σημασία για το 'ριζικό΄ της κοπέλας, στην οποία εκείνη τη στιγμή απευθύνεται. Τα ριζικάρια κάποτε τελειώνουν και καθώς βασιλεύει ο ήλιος κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό, στέκεται μπροστά στο παράθυρο και περιμένει μέχρι ν' ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται πως θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί.




ΒΑΡΒΑΡΑ

Η Αγία Βαρβάρα θεωρούνταν προστάτιδα των παιδιών από τις κακές παιδικές ασθένειες και ιδιαίτερα της ευλογιάς που προκαλούσε πολλούς θανάτους στον παιδικό πληθυσμό. Γι' αυτό καθιέρωσαν στη γιορτή της, για να τη γλυκάνουν, να μοιράζουν γλυκό κολυβόζουμο, που το ονόμασαν "βαρβάρα" ή "βάρβαρα".
Το έθιμο αυτό λέγεται πως κρατάει από την εποχή που ο σατανικός νους του πατέρα της Αγίας Βαρβάρας, του Διόσκουρου, βάλθηκε να εξοντώσει τους χριστιανούς δηλητηριάζοντας το ψωμί τους. Το μυστικό όμως, το έμαθε η κόρη του και ειδοποίησε τους Χριστιανούς να αποφύγουν εκείνες τις μέρες το ψωμί και να βράζουν και να τρώνε ότι καρπούς είχαν φυλαγμένους στο σπίτι τους. Κι έτσι, την παραμονή της γιορτής της -στις 3 Δεκεμβρίου- οι νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν τη "βαρβάρα", βάζοντας στάρι και διάφορους καρπούς (καρύδια, μύγδαλα, ρόδια, σταφίδες) ή φρούτα (συνήθως μήλο) ψιλοκομμένα και μπόλικη μυρωδικά, όπως κανέλα. Τα ξημερώματα της Αγίας Βαρβάρας οι νοικοκυρές έστελναν σε γείτονες, συγγενείς και φίλους ένα πιάτο "βαρβάρα" και αυτοί τους ανταπέδιδαν το ίδιο. Στη "βαρβάρα" απέδιδαν ευεργετικές ιδιότητες (θεραπεία από την ευλογιά) και στην Αγία Βαρβάρα ότι δίνει δύναμη και πολλαπλασιάζει 
τα αγαθά.


Το έθιμο αυτό αναβιώνει τα τελευταία 7 χρόνια και στο Συνοικισμό της Θήβας. Κάθε 3 Δεκέμβρη, παραμονή της γιορτής, στην πλατεία του Συνοικισμού η φωτιά ανάβει από νωρίς το μεσημέρι. Βράζουν το σιτάρι και προσθέτουν φασόλια, ρεβίθια, κουκιά, σταφίδες, ζάχαρη και καβουρντισμένο σουσάμι. Στο τέλος, προσθέτουν αμύγδαλα και καρύδια, λίγο καβουρντισμένο αλεύρι για να δέσει ο χυλός και κανέλα για άρωμα. Στις 6 το απόγευμα οι παρευρισκόμενοι δοκιμάζουν τα "βάρβαρα" μαζί με άλλα μικρασιάτικα γλυκά που παρασκευάζουν οι γυναίκες της Ένωσης και χορεύουν για αρκετές ώρες με τους ήχους των μικρασιάτικων τραγουδιών.




Ο ΜΑΪΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ

Σύμβολο της άνοιξης και της νεότητας ο μήνας των λουλουδιών, της βλάστησης και της καρποφορίας στον Πόντο ο Μάιος λεγόταν Καλομηνάς, από το επίθετο καλός και το ουσιαστικό μήνας. Έρθεν ο Καλομηνάς, πία γάλαν, αν πεινάς. Όνταν έρτ’ ο Καλομηνάς, φυτρώνε τα χορτάρια, ντ’ έμορφα επρασίντσανε τα τσόλια τα παρχάρια.
Το πρωί της 1ης του Καλομηνά, έτρωγαν άρτο που είχαν φυλάξει από τη Μ. Πέμπτη, έπιναν γάλα, έβγαζαν τα ζώα από το μαντρί και τα οδηγούσαν στη βοσκή αφού τα στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες, «τραχολίδια», και με κουδούνια. Τα οδηγούσαν κρατώντας στο χέρι βέργες από ανθισμένες αγριοτριανταφυλλιές, που τις έλεγαν μασούρας.
Στον Πόντο ο Μάιος συνδεόταν με δοξασίες και προλήψεις. Οι κάτοικοι πίστευαν ότι κινδύνευαν από μάγια και γι’ αυτό εκείνη την ημέρα προσπαθούσαν όλοι να προφυλαχθούν με σκόρδα, κρεμμύδια και μαγιοβότανα. Σύμφωνα με το έθιμο, κρεμούσαν στα σπίτια στεφάνια, σύμβολα της δροσιάς και της δύναμης της μαγιάτικης φύσης, θεωρώντας ότι θα τους μεταδοθεί η υγεία και η ζωντάνια της φύσης. Η έξοδος των αγελάδων για τις εαρινές βοσκές έπρεπε απαραίτητα να γίνει την πρωτομαγιά. Στα τέλη του Μαΐου θα άρχιζε η ομαδική μετάβαση των ζώων στους ορεινούς βοσκότοπους (παρχάρια).
Το Μάιο στον Πόντο γιόρταζαν τη μνήμη του Αγίου Χριστόφορου, μεγαλομάρτυρα από τα αρχαία Σούρμενα του Πόντου. Στις 21 Μαΐου γιόρταζαν τη μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, που λάτρευαν ιδιαίτερα.